Ἐκδρομή εἰς τά Γράμματα τό 1908 !

Photo: Τεό Ρόμβος

Τα Γράμματα είναι μια ήσυχη και απομονωμένη παραλία στα βόρεια της Σύρου ιδανική για ταξιδιώτες που επιθυμούν να απολαύσουν την απόλυτη ελευθερία κάτω από τα αλμυρίκια κατά μήκος της ακτής, καθώς και για τους λάτρεις της πεζοπορίας που μπορούν να ακολουθήσουν μια ωριαία διαδρομή από τον Κάμπο στην Απάνω Μεριά για να φτάσουν ως τα Γράμματα. Η παραλία είναι προστατευμένη από τους βοριάδες και για αυτό υπήρξε αγαπημένο απάγκιο των ναυτικών, όπως μαρτυρούν και οι πανάρχαιες επιγραφές στα βράχια.

Μια παρέα περιηγητών λοιπόν με ενδιαφέρον για την ιστορία της Σύρου, αποφάσισαν να εκδράμουν προς τα Γράμματα και να δουν από κοντά όσα τους είχαν διηγηθεί ή είχαν ακούσει. Αναφέρονται ονόματα γνωστών Συριανών οικογενειών που βοήθησαν στην πραγματοποίηση αυτής της εκδρομής και έδωσαν τη δυνατότητα να γνωρίσουμε πολλά νέα στοιχεία των περιοχών που επισκέφθηκαν.

Το άρθρο του κ. Ζολώτα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα "Πατρίς" το 1908 και μεταφέρεται αυτούσιο, μας βοηθάει να ανακαλύψουμε νέα στοιχεία της περιοχής αλλά και της Απάνω Μεριάς. Με έντονη γραμματοσειρά έχουν επισημανθεί σημεία του άρθρου που μας τράβηξαν ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Επίσης έχει πραγματοποιηθεί επιτόπια έρευνα, ώστε να υπάρχει φωτογραφικό υλικό για την δημοσίευση του άρθρου. Ένας από τους κύριους λόγους που καθυστερούμε πολλές φορές να δημοσιεύσουμε νέα ιστορικά κείμενα πέραν των αδειών πνευματικών δικαιώματων που αιτούμεθα για τις αναδημοσιεύσεις.

Όμως ας προχωρήσουμε στο άρθρο! Καλή σας ανάγνωση! 

============

Πρό πολλοῦ ἐπεθύμουν πρός συμπλήρωσιν τελείαν τῆς γνώσεως τῆς Σύρου νά ἐκδράμω εἰς Γράμματα, γνωρίζων οὔτω τό πέραν τοῦ Σά Μιχάλη καί τοῦ Σύριγγα μέρος τῆς νήσου, ὄπερ διά τῶν ὡραίων, ἑλληνικωτάτων καί πολυσημάντων ὀνοματοθεσιῶν του πολύ εἴλκυσέ με. Ἐν τούτοι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ πόθου μου τούτου ἀντεβάλλετο ἐλλείψει συντρόφων. Εἶχον ἐπανέλθῃ ἐη Ἀθηνῶν μετά τοῦ ἀνιψιοῦ μου διαδάκτορος τῆς Φιλολογίας κ. Χρίστου Σαρικάκη, ἐπανέκαμψε δέ ἐκ Σερίφου εἰς ἤν μετέβη μετά τοῦ κ. Π. Ζερλέντη καί ὁ γαμβρός μου κ. Τρ. Εὐαγγελίδης, χάριν τῆς ὑπ’ αὐτοῦ συντασσομένης ἱστορίας τῆς Σερίφου, καί συνασπισθέντες παρεκαθήσαμεν εἰς καφενεῖον, ὁπότε ἐρρίφθη ἠ ἰδέα ἐκδρομῆς τινος μᾶλλον συγγενικῆς καί ἀμέσως προετάθησαν ὡς ἀπό ἐμπνεύσεως τά Γράμματα ὡς τέρμα. Φυσικῶς τῆς ἐκδρομῆς συμμετέσχε καί ὁ συμπαριστάμενος κ. Ζερλέντης καί μετ’ ὁλίγον καί ὁ καθηγητής κ. Μπαξεβανάκης. Οὔτω τήν πρωΐαν τῆς προπαρελθούσης Παρασκευῆς ἐξεκινήσαμεν περί τήν 6 π.μ. ἔπονοι πρός τά Γράμματα.

Ἀλλά τίνα εἰσί ταῦτα;

Τά Γράμματα, ἤτοι τό ἀκρωτήριον καί ὁ τριπλοῦς ὅρμος, εἶνε τό βορειότατον μέρος τῆς Σύρου. Καί ἡ μεν ἄκρα ἀποτελεῖται έκ μαρμαρίνου βράζου πρός τόν ἐσωτερικόν ὅρμον ἐπικλινοῦς, ὅ δέ ὅρμος τρίμυχος ἀρκετοῦ βάθους προασπίζων ἀπό τοῦ βορρᾶ τά πλοῖα. Ἐπί τῆς ἄκρας ταύτης πρός τε τήν ἔξω θάλασσαν καί κατά τήν ἔσω πλευράν ὑπάρχουσιν ἑπιγραφαί χιλιετηρίδος ὅλης, ἀρχόμεναι ἀπό τῶν Ρωμαϊκῶν χρόνων καί λήγουσαι περί τόν ΙΑ’ αἰῶνα. Ἐν ταῖς ἐπιγραφαῖς ταύταις ὐπάρχουσιν εὐχαί περί εὐπλοίας εἰς Θεόν ἤ ναόν Θεοῦ ὐπάρχοντα ἐκεῖ, ἁπλαῖ ἀναμνηστικαί προσώπων ἤ γεγονότων, εὐχαί πρόν τόν Ἄγιον Φωκᾶν, πρόν τόν Κύριον περί βοηθείας καί ἄλλαι ἀναμνηστικαί. Ἀπό τοῦ ΙΑ’ ὅμως αἰῶνος μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ ΙΕ’ οὐδεμία ἐπιγραφή ὑπάρχει καί μόνον μία Α.Α. τοῦ 1426. Ἀπό τῶν ἀρχῶν τέλος πάλιν τοῦ ΙΘ’ αἰῶνος ἤρξαντο ἡ χάραξις νέων ἐπιγραφῶν, ἤ μάλλον ἡ ἀναγραφή τῶν ὀνομάτων τῶν ἐπισκεπτῶν μετά τοῦ ἔτους καθ’ ὅ ἐχαράχθη αὔτη.

Ἀλλά ἐπί τήν ἐκδρομήν.

Ἔπονοι ἠρξάμεθα τῆς πορείας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἄμα τῇ εἰσόδῳ είς τήν γείτοναν πόλιν τη[ς Σύρου τό ὁλίσθημα ἐνός τῶν ὄνων ἠνάγκασεν ἡμᾶς νά πεζεύσωμεν. Οὔτως ἀπό τῶν ὑπωρειῶν τῆς πόλεως τῆς Σύρου διήλθομεν πεζῇ τήν Πορτάραν, ἤτοι μίαν τῶν Πυλῶν τοῦ ποτέ Κάστρου τῆς Σύρας. Διότι ἡ γείτων πόλις κατά τόν μεσαίωνα περιεκλείετο εἰς τεῖχος καί εἶχε τέσσερας ἤ πέπντε πύλας, ὦν τριῶν γνωρίζομεν τά ὁνόματα, τῆς Πορτάρας, τῆς Πόρτας τοῦ Γιαλοῦ, ἤτις ἦγε πρός τήν σημερινήν Ἑρμούπολιν, καί τῆς Πόρτας τοῦ Ξυλένιου ἐκ τῶν βορείων τῆς πόλεως πρός τήν Πηγήν. Περί τούτων ὅμως ἄς γράψωσιν οἱ Σύριοι συμπολῖται, οἴτινες δυνατόν νά δημοσιεύσωσι καί τά ἀναφέροντα τήν πόλιν τῆς Σύρου, ὡς Κάστρον τῆς Σύρας ἔγγραφα. Καί ἐπί τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης πρός τόν Ἄγιον Ἀθανάσιον ἐπορευόμεθα μέχρι τινός, ἔως ὅτου παρέστη ἀνάγκη νά ἀνέλθωμεν εἰς τήν ἄγουσαν πρός τήν Φοινικιάν ὑψηλοτέραν ὁδόν τῆς Σύρου τήν ἐκκινοῦσαν ἐκ τοῦ Βαπορακιοῦ.

πρότερον ἀνεμόμυλος μικρός ὀνομασθείς Βαποράκι, διότι αἱ πτέρυγες αὐτοῦ ἦσαν
ἐκ ξύλου ὡς οἱ τροχοί τοῦ ἄτμοπλοίου καί οὐχί ἐξ ιστιοπάνου


Ἀλλά τί ἐστι Βαποράκι καί ποία ἡ Φοινικιά. Αὔτη μέν εἶνε κοιλάς γαιώδης σχηματιζομένη ἐκ τοῦ βουνοῦ τῆς Κάππαρης, καί τοῦ ὅρους Πύργου καί ὀνομασθεῖσα ἐξ ὑπάρχοντος ἐν αὐτῇ φοίνικος, ἐκεῖνο δέ σήμερον περίπατος καί πρότερον ἀνεμόμυλος μικρός ὀνομασθείς Βαποράκι, διότι αἱ πτέρυγες αὐτοῦ ἦσαν ἐκ ξύλου ὡς οἱ τροχοί τοῦ ἄτμοπλοίου καί οὐχί ἐξ ιστιοπάνου. Ὡς Βαπόρια ὠνομάσθη ἡ θέσις τῆς Ἑρμουπόλεως ἐκ τῶν πέντε ἐν αὐτῇ ὑπαρχόντων μύλων, ὦν ἄλλοτε αἱ πτέρυγες ἦσαν ἐκ ξύλου. Ὡς ὀνομάζονται ἐν ταῖς νήσοις οἱ τοιαύτας πτέρυγας ἔχοντες ἀνεμόμυλοι.

Ἡ Φοινικιά. Αὔτη μέν εἶνε κοιλάς γαιώδης σχηματιζομένη ἐκ τοῦ βουνοῦ τῆς Κάππαρης,
καί τοῦ ὅρους Πύργου καί ὀνομασθεῖσα ἐξ ὑπάρχοντος ἐν αὐτῇ φοίνικος

Ἀνήλθομεν λοιπόν τήν ἀνάντη ὁδόν καί ἐφθάσαμεν είς την σχετικῶς εὐθείαν πορευεόμενοι ἐπί τῶν πλαγίων τῆς Κάππαρης, βλέποντες δι’ εἰς τό βάθος τό κτῖσμα τῆς Πηγῆς καί τό ὑδραγωγεῖον τῆς Νικολίτσας καί συζητοῦντες ἐάν ἀμφότερα ταῦτα τά ὕδατα μετεφέροντο εἰς τήν παλαιάν Σῦρον ἤ μόνον τά τοῦ Ἐπισκοπείου, Γυρίου καί πιθανῶς τοῦ Κοϋμοῦ καί τῶν Ταλάντων. Καί ἀντίκρυ μας ἔχοντες τήν ἀποτομωτάτην πλευράν τῆς χαμηλοτέρας κορυφῆς τοῦ Πύργου, ἤν μόνον αἶγες δυνατόν νά ἀνέλθωσι καί ὅμως οἱ εὐλογημένοι γείτονες ἡμῶν ἔχουσι χωρίσῃ διά τοίχου ἀπό τῶν προπόδων μέχρι τῆς κορυφῆς σχεδόν.

Ἀστεϊζόμενοι καί τοπωνυμοῦντες ἤ ἱστοροῦντες παραπορευόμεθα τήν Φοινικιάν καί φθάνομεν εἰς τό Τρίστρατο, οὖ ἡ παραγωγή ἀντιληπτή. Διότι κατά τήν θέσιν ταύτην τρεῖς ἀνοίγονται ὁδοί. Ἡ πρώτη πρός τήν Σῦρον, ἡ δευτέρα πρός τήν Κυπεροῦσαν καί ἡ τρίτη πρόν τόν Ἀγιον Παντελεήμονα, οὖ ὑπέρκειται ὁ Ὁμαλός, ἐν ᾦ ὡς γνωστόν ἐνεργείσας προπέρυσιν ὁ συμπολίτης ἡμῶν κ. Κλών Στέφανος ἀνασκαφάς ἀνεκάλυψεν ἱκανούς ἀσυλήτους προϊστορικούς τάφους μετά κτερισμάτων, ἐν οἶς ἀγγεῖον παριστάνων βοῦν, οὖ ὃμοιον μόνον ἐν τῷ τρίτῳ στρώματι τοῦ Ἰλίου εὐρέθη καί ούδαμοῦ ἀλλαχοῦ τρίτον. Καί ἁνελθόντες τό τρίστρατον ἐστρέψαμεν πρός τήν δεξιάν ἴνα εἰσέλθωμεν εἰς τήν Κυπεροῦσαν, παρ’ ἦς οἱ παλαιοί ἐζήτοιν:

Νάχα νερό τοῦ Σύριγγα,
Σταφύλι ἀπό τά Χροῦσα
Κ’ ἔνα κλωνί βασιλικό
Ἀπό τήν Κυπεροῦσα.

Σήμερον ὅμως ἡ Κυπεροῦσα εἶνε φρέαρ ἔχον βαρύτατον ὕδωρ, καί κτῆμα μέγα ἀνῆκον νῦν εἰς τόν φίλον κ. Ἰ. Ψύλλαν, κατοικοῦντα ἐν αὐτῷ καί καλλιεργοῦντα. Παρ’ αὐτήν ὅμως κεῖται ἡ βαθεῖα κοιλάς τοῦ Παπούρη, σχηματιζομένη ἐκ τῶν ὑπερειῶν τοῦ βουνοῦ τοῦ Σύριγγος καί τῶν ὑπωρειῶν τοῦ Πύργου, καί τοῦ Ἀμυγδαλοῦ, οὖ πράγματι ἡ κορυφή ὁμοιάζει πρός τόν ἄκρον τοῦ ὁμωνύμου καρποῦ. Καί παραπορευόμενοι τό Ἀμυγδαλό βλέπομεν τό βάθος τῆς κοιλάδος καί τήν ἔξοδον αὐτῆς, τόν Ἀετόν - ὅρμον καί ἄκραν - ὁμοιάζουσαν καταπληκτικῶς πρός ἀετόν ἀναπαυόμενον μετά πτερύγων ἐξηπλωμένων. Καί εἰς τήν βορείαν πλευράν τήν ἀπότομον κορυφήν τῶν Γαζιῶν, τό Ἀπηγανό καί παρά τήν ὁδόν τα Παλάτια - βράχον ὅστις παν ἄλλο ἤ ἀνάκτορον εἶνε καί πιθανόν μόνον νά ἦσαν παλάτια Ὀρειάδων - Κάτω τέλος εἰς τό τέλος τῆς κοιλάδος τά Πομώνια - θέσιν ἤτις ὡνομάσθη ἤ ἐκ τοῦ φυτοῦ Ἀθανάτου, ὄπερ λέγεται καί ὑπομονή, ἤ ἐξ ἱεροῦ τῆς Ρωμαϊκῆς Θεότητος Pomona.

Ἀλλ’ ἰδού τέλος ἡ θάλασσα πέραν τοῦ Ἀμυγδαλοῦ καί ἐκεῖθεν τοῦ Ἀετοῦ. Ὥστε ἐντεῦθεν πλέον θεώμεθα ἀμφοτέρων τῶν θαλασσῶν.



Μόλις παρερχόμεθα τό Ἀμυγδαλό ἀμέσως προβάλλει πρό ἡμῶν ὁ Φυσῶντας, κλάδος τοῦ βουνοῦ Σκοπέλου καί ἐπ’ αὐτοῦ ὁ Ἄγιος Ἱωάννης ὁ Φυσῶντας. Τίς ὁ λόγος ἄραγε τῆς τοιαύτης ὀνομασίας τοῦ βουνοῦ καί τοῦ ναοῦ; Οὑδείς ἄλλος ἤ ὅτι ἡ θέσεις αὔτη εἶνε τόσῳ προσήνεμος εἰς πάντα ἄνεμον, ὥστε νομίζει τις ὅτι εὐρίσκεται ἐπί τοῦ Αἰόλου. Καί ἴσως οἱ προγονοί μας εἰς τόν φιλάνεμον τοῦτον Θεόν νά εἶχον ἀφιερώσῃ τό ὅρος. Τό σπουδαιότερον ὅμως τοῦ μέρους δέν εἶνε ὁ πολύς ἀνεμος του, ἀλλά πύργος προμηκυναϊκῶν χρόνων - ἤτοι ἐκεῖθεν τοῦ 1800 π.Χ. - ὅστις ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ κατά τό πάτωμα του καί ὀλίγον ἄνωθεν τῆς ἐπιφάνειας τούτου. Ὁ πύργος οὖτος κυκλικός ὤν προσομοιάζει πρός εὐρύν ἀνεμόμυλον ἤ μάλλον πρός ἀλώνιον - διότι καί πλακόστρωτος εἶνε. - Ἐντός δέ αὐτοῦ ἔχει κατασκευασθῇ ναός τοῦ Ἀγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, οὖ μάλιστα ἡ στέγη καί σήμερον καλύπτεται ὑπό πλακῶν τοῦ ὑποκειμένου προϊστορικοῦ Πύργου. Ὁ ναός οὖτος ἐπί ἔτη ἔμεινεν ἀλειτούργητος διότι εὐρέθη ἐντός αὐτοῦ νεκρός Σύριος τις, ἀλλά κατόπιν ἐξηγιάσθη και πάλιν.


Τίνα σκοπόν ὅμως εἶχεν ὁ πύργος οὖτος. Βεβαίως καί οὖτος ἐχρησίμευεν ὡς σκοπιά κατά τούς προϊστορικούς - καί λέγοντας προϊστορικούς ἐννοοῦμεν τόν πρό τῶν μηκυναϊκῶν χρόνον - χρόνους. Τόν τοιοῦτον δέ ἰσχυρισμόν ἡμῶν στηρίζομεν, καίτοι οὔτε ἀρχαιολογικάς οὔτε ἱστορικάς ἀξιώσεις ἔχοντες, διότι παρετηρήσαμεν ἐξ ὅσων πύργων γνωρίζομεν, ὅτι ὁ εἰς αὐτῶν ἀντικρύζει καί εἶνε θεατός ἀπό τοῦ ἄλλου. Οὔτως ὁ πύργος τοῦ ὅρους Πύργου, διότι ὑπάρχει καί ἐπ’ αὐτοῦ προϊστορικός, ἀντικρύζει τόν τοῦ Φυσῶντος, οὖτος τόν ὑπάρχοντα έπί τοῦ Τροχοῦ καί ἐκεῖνος τόν ὑπάρχοντα έπί τοῦ Μέσα Πύργου. Ἀφ’ ἐτέρου δε ὁ πρῶτος ἀντικρύζει τόν ὑπάρχοντα ἐπί τοῦ βουνοῦ τοῦ Ἀργεφτοῦ. Ἐξ ὦν δύκνυται, ὅτι καί ἄλλοι μή γνωστοί ἡμῖν Πύργοι ὑπάρχοντες ἐπί κορυφῶν βουνῶν τῆς νήσου συνεπλήρουν τό δίκτυον τοῦτο τῶν συνεννοήσεων, ἤ παρεῖχον τήν ἀσφάλειαν των εἰς τούς περιοίκους ἐν περιπτώσει καταδρομῆς.

Παρά τόν Ἄγιον Ἰωάννην τοῦ Φυσῶντα ἡ ὁδός διασχίζεται καί ἡ μέν δεξιᾷ ἄγει πρός τόν Σά Μιχάλην, ἡ δέ ἐν ἀριστερᾷ πρός τόν Σύριγγα. Ἠκολουθήσαμεν τήν πρώτην τῇ ἐμῇ προτροπῇ καί τῇ συμβουλῇ τοῦ πρεσβύτου καί ἱδιοκτήτου τῶν Στεφανῶν μπάρμπα Λουΐζι Μαραγκοῦ, ὅστις εἶχε τήν εὐγενῆ καλωσύνην νά μας χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγός, ἵνα δι’ αὐτῆς φθάσωμεν εἰς γράμματα.

Ἀνήλθομεν λοιπόν πρός τά πλάγια τῆς κορυφῆς τοῦ Σκοπέλου (βουνοῦ 1212 ποδῶν) καί παραπορευόμεθα τοῦτον. Ἀληθής πράγματι λίθινος Σκόπελος ἡ κορυφή ἐκείνη διακρινομένη ἐκ τοῦ λευκοῦ τῆς βράχου τῶν πέριξ. Καί ἐνῶ προσείχομεν κρατοῦντες τούς χαλινούς βραχεῖς, κάτωθεν ἡμῶν ἐξετείνετο ἐν βαθεία καί γαιώδει φαράγγι τό διάσημον Λυγερόν, οὖ τό ὄνομα πλειστάκις ἤκουσα τῶν λαμπρῶν ροδοφύλλων τοῦ πρός κατασκευήν γλυκοῦ, σήμερον δέ βλέπω μεταβεβλημένον εἰς ἀμπελῶνας καταπράσινους καί μανθάνω παράγον λαμπράς σταφυλάς. Καί πράγματι ἄλλοτε παρήγετο ἐδῶ τό λαμπρόν “Τριαντάφυλλον τοῦ Λυγεροῦ” τό ὁποῖον προετίμων αἱ οἰκοκυραῖ διά τήν ροδοζάχαρίν των. Τώρα πάλιν ἔχει τά δύο πηγαῖα ὔδατα του, την Ἐπανω Βρύσιν καί τήν Κάτω Βρύσιν, ὠς τρίτην ἔχει πηγή ὕδατος τό είς τόν δυτικόν ἱερέα αἰδέσιμον Νικόλαον Δαλέζιον ἤ Ξανθομάλλην ἀνῆκον κτῆμα τοῦ Ἀμυγδαλοῦ. Ἐξ ὦν δείκνυται ὅτι ἡ βορεία τῆς Σύρου ὁροσειρά, ἡ Ἀπάνω Μεριά, ἔχει πλείονα πηγαῖα ὕδατα τῆς Μεσσαριᾶς καί τῆς νοτίας ἄκρας.

Ἡ Ἐπανω Βρύσιν

Ἡ Κάτω Βρύσιν

Ἀλλ’ ὁ Σκόπελος καί διά τοῦ ὁνόματός του καί διά τοῦ ὕψους του παρέχει ἡμῖν πολλά τά ἐνδόσημα πρός ἐξυχνίασιν καί σκέψιν έπί τῆς ἱστορίας τῆς Νήσου μας, καί τῶν ὁνοματοθεσιῶν αὐτῆς. Ἀπό τούτου, ὡς ἀπό ὁρίου ἤ φράκτου, ἄρχονται αἰ λαμπραί ὀνομασίαι, αἰ καθαρῶς ἑλληνικαί, τῆς βορειοτάτης ἄκρας τῆς Σύρου, ἤτις πολλά τά ἱστορικά διασώζει. Ἀπό τοῦ Σκοπέλου καταφαίνεται ἡ ἀρχαιοτάτη τῶν ἀκροπόλεων τῆς Αἰγαϊκῆς ἐποχῆς, ἡ τοῦ Καστρίου, καί ἡ νεκρόπολις τῆς Χαλανδριανῆς (Παναγία ἡ Χαλανδριανή) ἐν ᾖ τό πρῶτον ἀνεκαλύφθησαν οἰ προϊστορικοί τάφοι πρό ὑπερτεσσαράκοντα ἑτῶν ὑπό τοῦ μακαρίτου Παπαδοπούλου, καί ἀνεγνωρίσθησαν ὡς τοιοῦτοι ὐπό τοῦ φίλου συμπολίτου κ. Κλωνός Στεφάνου. Ἀπό τούτου φαίνεται ὁ Τροχός, λόφος ἐφ’ οὖ ὑπάρχει πύργος προμηκυναϊκός σωζομένων τῶν τειχῶν του εἰς ἱκανόν ὔψος. Παρ’ αὐτόν δε κεῖται ἡ θέσις τοῦ Γρίζα ἐφ’ οὖ διατηρεῖται ὀχύρωμα τῶν ἱστορικῶν χρόνων. Ἐκεῖθεν αὐτοῦ φαίνονται τά Στροβύλια - μικρός βουνός.

Γαιώδης εἶνε καί φρέαρ προϊστορικόν καί κατά τήν θησαυροειδῆ ἀρχιτεκτονικήν ᾠκοδομημένον ὑπάρχει.
Τοῦτο ἔφερε τό ὄνομα Ἑλληνικό, ἀλλ’ ἦν κεκαλυμμένον καί ἠγνοεῖτο ἡ ὔπαρξις του, ἔως ὅτου
ὁ μεγαλύτερος ἀρχαιοκάπηλος τῆς Σύρου, ὁ Γάλλος πρόξενος Σαλλέ

Photo: Λούης Ρούσσος


Παρερχόμεθα ὄμως καί τό Λυγερό καί τόν Σκόπελον καί εἰσερχόμεθα εἰς τήν μικράν Κοιλάδα τοῦ Σά Μιχάλη, ἤν σχηματίζει ὁ βουνός τούτου μετά τοῦ πρώτου. Ἐν ταύτη πάντος θά ἦν προϊστορικός συνοικισμός. Διότι καί γαιώδης εἶνε καί φρέαρ προϊστορικόν καί κατά τήν θησαυροειδῆ ἀρχιτεκτονικήν ᾠκοδομημένον ὑπάρχει. Τοῦτο ἔφερε τό ὄνομα Ἑλληνικό, ἀλλ’ ἦν κεκαλυμμένον καί ἠγνοεῖτο ἡ ὔπαρξις του, ἔως ὅτου ὁ μεγαλύτερος ἀρχαιοκάπηλος τῆς Σύρου, ὁ Γάλλος πρόξενος Σαλλέ, ἐλκυσθείς ἐκ τῆς ὀνομασίας του καί μαθών ὅτι ἀνεκαλύφθη ὑπό χωρικῶν φρέαρ μαρμαρόκτιστον ἀνέσκαψε καί τοῦτο, καί πράγματι ἀνεκάλυψεν φρέαρ μαρμαρότευκτον - οὖ ἐσώζετο τό ἐπίστομα εἰς τό ὁποῖον τά σημεῖα τῶν σχοινίων τῆς ἀντλήσεως εἶχον σχηματίσει αὔλακας - καί ἔχον οὐδόν κατώτερον ὁδηγοῦντα μέχρι τῆς στάθμης τοῦ ὕδατος. Σήμερον τό στόμιον καί ὁ λοιπός ἔχουσι ἀφαιρεθῇ καί καταβιβάσθη τό κτῖσμα μέχρι σχεδόν τῆς στέγης τοῦ οὑδοῦ.

Μετά τοῦ Ἑλληνικοῡ δ’ ἀντικρύζομεν τήν ὠραιοτέραν θέσιν τῆς Σύρου, τήν τοῦ Σἀ Μιχάλη, ἐφ’ οὖ ναός ἐπ’ ὁνομάτι τοῦ ταξιάρχου τούτου τιμώμενος, καί περί αὐτὀν οἰκήματα χωρικά, ὦν ἔν κοκκίνου χρώματος ἀνήκει εἰς τόν μέγαν ἱδιοκτήτην τῆς Ἀπάνω Μεριᾶς κ. Γ. Μαραγκόν δήμαρχον Σύρου. Εἰς τἀς πλευράς δέ τῆς κοιλάδος διώροφος οἰκία ἀνήκουσα εἰς τόν ἐν Βόλῳ ὑπό τῶν Τούρκων δολοφονηθέντα κατά τό 1898 Ἕλληνα δυτικόν ἱερέα Δαλέζιον. Ἐν τούτοις οὐδόλως σταματοῦμεν εἰς τήν μαγευτικήν ταύτην θέσιν. Ἐγώ μετά τοῦ ἀνεψιοῦ μου κ. Χρ. Σαρικάκη βιάζομεν τά ζώα μας εἰς ταχύτερον δρόμον, ἵνα παρακολουθῶμεν ἐγγύτερον τόν συνοδεύοντα ἡμᾶς μπάρμπα Λουΐζι διηγούμενον διάφορα ανέκδοτα καί τοπικάς παραδόσεις, οἱ ἄλλοι τό πρῶτον ἴσως ἐπισκεπτόμενοι τήν θέσιν ἐξετάζουσι ταύτην προσεκτικώτερον. Καί πράγματι μανθάνομεν ὅτι τό ἀκρωτήριον τῶν Γραμμάτων εἶνε κεκλεισμένον διά τοίχου καί θύρας καί δέον νά προσλάβωσεν ὁδηγόν - καί προσλαμβάνομεν τόν λαμπρόν καί εὐφυέστατον νέον Γεώργιον Βουτσίνον ἤ Μαυρόνυχον - μανθάνομεν δέ καί μίαν παράδοσιν.

Κατερχόμεθα νῦν ἀπό τῆς κορυφῆς τοῦ Σά Μιχάλη πρός τόν Κάμπον - ὄνομα θέσεως οὐχί κατ’ εύφημισμόν δοθέν ἀλλά πραγματικόν, διότι ἠ θέσις εἶνε ἐπίπεδος καί ἔχει κτήματά τινα - ὁπότε ὁ Γεώργιος μας δεικνύει τήν θέσιν τοῦ Μνήματος τοῦ Χαμένου Παιδιοῦ, κειμένου ἐπί τοῦ βουνοῦ τοῦ Μέσα Πύργου, ἀλλ’ ἀγνοεῖ τόν λόγον τῆς τοιαύτης ὀνομασίας. Ὁ μπάρμπα Λουΐζης μας άναφέρει τό ἐξῆς. Ὅτι πρό πεντήκοντα ἐτῶν ἀτμόπλοιον ἐρρυμούλκει ἐκ Σύρου εἰς Ἄνδρον δύο φορτηγίδες ἐφ’ ὦν ὑπῆρχον ἄνθρωποι. Ἐπελθούσης ὅμως τρικυμίας ἀπεχωρίσθη ἡ μία τῶν φορτηγίδων καί έξώκειλε κατά τήν ἄκραν ἐκείνην, οἱ δέ ἐπιβαίνοντες αὐτῆς διεσώθησαν ἐπί τοῦ βουνοῦ, πλήν ἐνός νέου ὅστις ἀπέθανεν ἐξ ψήξεως καί ἐτάφη ἐν ᾖ θέσει φέρεται ὁ τάφος. Καίτοι ἡ οὕτως ἀναφερομένη παράδοσις φαίνεται μοι ἀπίθανος ἀναγράφω ταύτην ὤς μας διηγήθησαν. Τό τέλος ὄμως τῆς διηγήσεως ἐσημείωσεν ἡ δίοδός μας ἄνωθεν τῆς θέσεως Φιλιατρά. Ὁποία ἡ καταγωγή τῆς ὀνομασίας ἀφοῦ καί ἀλλαχοῦ ὑπάρχει αὔτη καί δή ἐν Πελοποννήσῳ πόλις μάλιστα - τά Φιλιατρά - ἐν οὐδετέρω γένει, ἀλλ’ ἡ θέσις παρουσιάζει ἄλλο ἔκτακτον, ὄτι ἔχει παλαιόν φρέαρ καί παρ’ αὐτό δεύτερον νεώτερον, καλοῦ μάλιστα ὕδατος. Ἀτυχῶς ἡ σπουδή μεθ’ ἦς ἐπορευόμεθα πρός τά Γράμματα καί ἐπιστρέφοεμν ἐκεῖθεν, δέν μοι ἐπέτρεψε νά ἐξετάσω ἐπί πλέον ἐπιφυλασσόμενος νά πράξω τοῦτο ἐν πρώτῃ νέα μεταβάσει μου. Καί ἐξακριβώσω καί τό ἀκριβές τοῦ διστίχου: 
Στοῦ Φιλιατροῦ τήν Μάνδρα
Σταφύλια Κομνηνάτα

Ἡ τοιαύτη ὄμως σπουδή δέν με ἐκώλυσε νά ἴδω τόν Κάμπον. Πράγματι οὖτος λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς ἄλλης ἀνωμαλότητος τοῦ ἐδάφους ἐν τῷ βορείῳ μέρει, τό ὁποῖον καί ἐάν ἔχῃ που χῶμα τοῦτο εὐρίσκεται ἤ ἐπί βουνοῦ ἤ ἐντός κοιλάδος, δικαίως ὠνομάσθη Κάμπος. Εἶνε ἡ μόνη θέσις ἥτις παρουσιάζει ἔκτασιν ἐπίπεδον καί χωράφια, κατοικεῖται δέ καί ὐπό τεσσάρων ἤ πέντε οἰκογενειῶν καί ἔχει δύο ἤ τρεία νερά εἰς φρέατα ἀβαθῇ, ὦν εἰς τό ἔν ἀντλοῦσι καί διά γεράνου, ἤτοι διά ξυλίνου βραχίονος, οὖ τό μέν ἐν ἄκρον φέρει λίθον μέγαν, ἀπό δέ τοῦ ἐτέρου προσδένεται σχοινίον ἐφ’ οὖ ὁ ἐξαντλῶν κἀδος. Ὁ Κάμπος ὄμως ἐφ’ οὖ παραδόξως δέν εὐρέθησαν κατά τον κ. Τσούνταν ἴχνη προϊστορικοῦ συνοικισμοῦ, οὐδέ τάφοι τῆς Αἰγαϊκῆς ἐποχῆς περιέχει ἄλλο τι προϊστορικόν. Μόλις εἰσἐλθῃ τις εἰς τό πρῶτον ἐπίπεδον του ἀπαντᾶ ναΐσκον τιμώμενον ἐπ’ ὁνόματι τοῦ Ἀγίου Γεωργίου. Ὁ ναός οὖτος ἔχει κτισθῇ έπί τοίχους κυκλωπείου, οὖ τμῆμα ἀρκετόν φαίνεται καί νῦν, ἄγνωστον ὄπου ἔως πού φθάνον. Ἀλλ’ ἐδῶ πλέον χωριζὀμεθα τοῦ καλοῦ ὁδηγοῦ μας μπάρμπα Λουΐζου Μαραγκοῦ, ὡς τελευταίαν λέξιν αὐτοῦ, ὅτι μία ἐκεῖ θέσις λέγεται ἡ Σπηλιά τῆς Βλάχας. Ἡ δε συνοδεύουσα παράδοσις ἦν ὄτι ἦλθεν ἐκεῖ βλάχά τις ἤτις ἔτεκε καί ἀπῆλθε. Πόθεν ἡ παράδοσις ἄγνωστον μας.

Καί ἤδη καταλείπομεν τόν Κάμπον καί ἔχοντες δεξιᾷ τάς Στεφάνας καί τόν Ξυλοφᾶν - βουνούς γαιώδεις - καί ἀριστερᾷ τάς Παναυλάς προχωροῦμεν πρός τόν Κάβον. Ἀλλά τίνες εἰσίν αἱ Παλαυλαί, ὡς προφέρονται; Βουνός ἀνώμαλος κατά τήν κορυφήν, ἐφ’ ἦς κατά τούς ἰδόντας - ἐγώ δέν ἀνῆλθον εἰς ταύτην - ὑπάρχουσιν ἐρείπια. Σημαίνει δέ ὄτι ἐγένετο συνάθροισις ποιμένων ἐκεῖ καί διά τοῦτο ἡ ὀνομασία. Ἴσως μάλιστα μή ἀναφέρηται τό πρῶτον συνθετικόν εἰς τόν Πάνα, ἀλλ’ εἰς τήν λέξιν πᾶς. Παρ’ αὐτήν δέ συναντῶμεν τήν πρώτην πύλην, ἥτις κλείει καί αὔτη μετά τοῦ ἐξ αὐτῆς ἀρχομένου τείχους τήν ὄλην ἄκραν. Διότι ἐνταῦθα πλέον ἡ κατανομή τῶν κτημάτων διά τοίχου εἶνε μεγίστη, οὐδέ τῶν δημοσίων ὁδῶν ἀποκλειομένων τοῦ περιτειχισμοῦ.

Ἤδη πλέον πλησιάζομεν πρός τόν ὅρμον ἐν ᾦ περιέχεται καί ὁ τῶν Γραμμάτων. Παραπορευόμεθα τόν Μέσα Πύργον, βουνόν χαμηλόν καί ἰδού δευτέρα ξύλινη πύλη κεκλεισμένη αὔτη διά κρεμαστοῦ κλείθρου, τοῦ ὁποίου εὐρών ὁ Γεώργης τήν κλεῑδα ἀνοίγει καί είσερχόμεθα εἰς τήν ἀκροτάτην περιοχήν τοῦ ἀκρωτηρίου, ὅπερ ὅμως ἀπέχει περί τά τρία τέταρτα τῆς ὥρας ἀπό τοῦ σημείου τούτου. Κατερχόμενοι δἐ συναντῶμεν λατομεῖον μαρμάρων, ὅπερ ἄλλοτε παρεῖχεν ἱκανόν ποσόν ἐκείνου εἰς τήν πόλιν, ἀλλ’ ἤδη ἐγκαταλείφθη. Καί βλέπει τίς σωρούς λευκοτάτου μαρμαρολίθου κατακειμένους ἐκεῖ, ἐνῷ ἄντικρυς ἐπί τοῦ Σύριγγος νέον ἠνοίχθη λατομεῖον μαρμάρου. Καί παρά τό πρό ἡμῶν τοῖχος ἀγροτικοῦ κτήματος ἀνδρομήκης ἔχει κτισθῇ ὑπό τοιούτων ὡραίων λίθων. Τό κτῆμα δἐ τοῦτο ἀνήκει εἰς τόν κ. Μαραγκόν δήμαρχον Σύρου καί χρησιμεύει πρός βοσκήν, ἐνῶ τό περικλεῖον τοῦτο ἀνήκει εἰς τόν κ. Χρ. Μπαξεβανάκην κρεωπώλην καί μισθοῦται πρός τόν αὐτόν σκοπόν είς ποιμένας.

Παραπορευόμενοι τό λατομεῖον ἔχομεν ἐν ἀριστερᾷ τήν μικράν κοιλάδα τοῦ Δυόσμου, περιέχουσαν μικρούς ἀγρούς καί κατάφυτον ἐκ τοῦ βαλσαμώδους τοὐτου φυτοῦ. Ἐν τῇ κοιλάδι δέ ταύτῃ ὑπάρχει ἐν τῇ κοίτη τοῦ χειμάρρου λάκκος ἐλωδης, ἐν ᾦ πολλάκις εὐρίσκονται ἐγχέλυς, ὡς εἶπεν ἡμῖν ὁ ὁδηγός μας. Οὔτω συζητοῦντες καί ἱστοροῦντες κατερχόμεθα τέλος είς τήν παραλίαν τῆς Γρηᾶς Σπηλιᾶς καί τῆς μετ’ αὐτήν ἄκρας Σεροσπηλιᾶς. Ἐν τῇ παραλία ταύτη παρατηροῦμεν καί πάλιν ὡς καί ἀλλαχοῦ κάμινον βεβαίως ἀσβέστου, ἤτις προκαλεῖ παρ’ ἠμῖν ἔκπληξιν, διότι εἰς πᾶσαν σχεδόν λαγκοματιά τῶν βορείων ἀκτῶν τῆς νήσου παρατηρεῖται κάμινος, ἐνῶ ξυλεία πρός θέρμασιν δέν ὑπάρχει νῦν, καί μόνη ἡ παράδοσις περί ἑλώδους τοῦ μέρους καί τῆς νήσου ὅλης πείθει τινά περί τοῦ δυνατοῦ τῆς κατασκευῆς ἀσβέστου. Καί τοιοῦτος φαίνεται ὁ σκοπός, διότι το λεγόμενον ὅτι αἰ μικραί κάμιναι αὔται ἐχρησίμευαν εἰς τήν τήξιν τοῦ ἐκ τῆς Σύρου ἐξαγομένου σιδήρου εἶνε ἐντελῶς φαντασιώδης, καί ἀπορρίπτεται ἀμἐσως ἄμα ὠς ἴδῃ τις τόν τρόπον τῆς κατασκευῆς τῶν καμίνων τούτων.

Κατόπιν περί τῶν Γραμμάτων.

Ὀ ὅρμος τῶν Γραμμάτων περιλαμβάνεται ὡς τμῆμα τρίμυχον κόλπου διαιρουμένου εἰς τρία τμήματα καί ὑποδιαιρουμένου εἰς πλειότερα. Ὁ κόλπος ἄρχεται ἀπό τῆς ἄκρας Φουρνάκι, καί καταλήγει εἰς τήν ἄκραν Γρηά Ποῦντα τῶν Γραμμάτων, ὑποδιαιρεῖται δέ εἰς τί πρῶτον τμῆμα περιλαμβάνον πολλά ὁρμίδια, τό καί μόνον ἔχον σκόπελόν τινα καλούμενον Κουτσουλιά καί εἰς τό βορειότατον ἄκρον τοῦ ὁποίου περιλαμβάνεται θέσις “Ἄις Φωκᾶς”, - περί ἦς κατωτέρω - Τό δεύτερον εἶνε ὁ ὁρμίσκος τῆς Γρηᾶς Σπηλιᾶς. Καί τό τρίτον οἰ τρεῖς Ὁρμίσκοι τῶν Γραμμάτων σχηματιζόμενοι ἀπό τῆς Σεροσπηλιᾶς καί τῆς μαρμαρίνης ἄκρας τῶν Γραμμάτων, ἐφ’ ἦς καί αἰ ἐπιγραφαί. Ἡ ἄκρα αὔτη ἐπικλινής ὁμαλῶς πρός τά ἔσω τοῦ ὅρμου ἀποτελεῖται ἐκ μαρμάρου μᾶλλον ἤ ἐξ ἀσβεστολίθου. Πρός τήν ἐσωτερικήν δέ πλευράν πρό δισχιλίων ἤ καί πλέον ἐτῶν ἔχει λατομηθῇ, οὔτως ὥστε ἐσχηματίσθησαν καί ἐπίπεδα ὁμαλώτατα καί κάθετοι πλᾶκες μέχρι τοῦ ἀκροτάτου σημείου τῆς ἄκρας. Ἀλλά καί κατά τούς ὑστέρους χρόνους ἡ λατομία συνεχίσθη ἤδη, διότι καί ὄτε ἐπεσκἐφθη τό ἀκρωτήριον ὁ πρῶτος ἀναγνούς πλήρως καί ἐκδώσας τάς ἐπιγραφάς κατά τόν χειμῶνα 1873 συμπολίτης κ. Κλών Στέφανος, εἶχε γίνῃ λατομία καί πρός δεκαπενταετίας ἤ εἰκοσαετίας ἐπαναλήφθη αὔτη. Καί φαίνεται ὅτι τουλάχιστον κατά τήν πρώτην τῶν νεωτέρων χρόνων λατόμησιν κατεστράφησαν ἐπιγραφαί, καίτοι τό λατομηθέν μέρος δέν συνδέεται ἀμέσως μετά τῆς πρώτης συστάδος αὐτῶν. Πρός τό πέλαγος τό ἀκρωτήριον κόπτεται ἀποτόμως ἀνυψούμενον μέχρι τριάκοντα πέντε σχεδόν ποδῶν ἀπό τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης. Καί ὄχι μόνον ἀπό τῆς Γρηᾶς Πούντας μέχρι τοῦ Ἐγκρεμοῦ - ἤτοι μέχρι τοῦ Διαποριοῦ - χαμηλῆς γλώσσης γῆς εἰσχωρούσης πρός τήν θάλασσαν καί μετά τῆς νησίδος Διαποράκι ἀποτελούσης τήν Β.Δ. ἄκραν τῆς νήσου - καί πέραν ταύτης μέχρι τῆς Β. ἄκρας, τῆς τοῦ Πετρίτου, καθ’ ὄλον τό Β.Α. μέρος ἡ νῆσος κόπτεται ἀποτόμως, τά δέ ὔδατα πλήν μικρῶν ὁρμίσκων εἶνε βαθύτατα.

Photo: Τεό Ρόμβος

Ἡ μικρά βραχώδης ἄκρα τῶν κυρίως Γραμμάτων, ὑφ’ ὦν αἰ ἐπιγραφαί, θεωμένη μακρόθεν ἀναπαραστᾷ κεφαλήν χηνός, ἤς τό ράμφος ἐπικάθηται τῆς ἐπιφανείας τῆς θαλάσσης ὁ ἀπό τοῦ Β.Δ. πρός τό Ν.Δ. στρεφομένη. Ἐπί τῆς κεφαλῆς ταύτης ὑπάρχουσιν αἰ ἐπιγραφαί. Καί ἐπί μἐν τῆς ἔσω καί πρός τόν ὅρμον ἐστραμμένης πλευρᾶς τῆς ἄκρας εἰς ἀπόστασιν πεντηκοντάδος βημάτων ἀπό τοῦ μυχοῦ τοῦ κόλπου καί ἐπί τῆς πρώτης ἐπιπέδου πλευρᾶς ἀπαντῶσι πλεῖσται ἐπιγραφαί καί ἀπό τό πρός τήν θάλασσαν μέρος τοῦ βουνοῦ μέχρις καί εἰς ὔψος δέκα καί δέκα πέντε μέτρων. Ἐπί τῆς πλευρᾶς δέ ταύτης ὑπάρχουσι καί νεώτεραι ἐπιγραφαί περί ὦν κατωτέρω. Ἐπί τοῦ αὐτοῦ τέλος μέρους τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ ὄρμου καί εῖς δεκάδα μέτρων ἀπό τῆς πρώτης ὑπάρχει δευτέρα συστάς ἐπιγραφῶν ἐπί τοῦ πρός τἠν θάλασσαν συγκλίνοντος ἐπιπέδου. Τρίτη συστάς ὑπάρχει ἐπί τοῦ ἀκροτάτου σημείου τῆς ἄκρας καί δή ἐντός παραλληλογράμμου κενοῦ σχηματίζοντος κιβώτιον. Ἐν τούτῳ ὑπάρχουσιν ὀλίγαι έπιγραφαί χριστιανικαί καί μεταξύ αὐτῶν ἔγγλυφοι σταυροί. Σήμερον δέ καί νεωτέρα κιθάρα χαραχθεῖσα ὑπό φιλομούσου ἐπισκέπτου.Τέλος ἐπί τῆς ἐξωτερικῆς πλευρᾶς τῆς ἄκρας καί ἐπί κλιμακωτῆς ἐπιφανείας καί μάλιστα λίαν ἀποτόμου ὑπάρχουσι τρεῖς συστάδες έπιγραφῶν. Πολλαί τούτων ἔχουν ἐγγλυφῇ έπί ὔψους ἱκανοῦ ὥστε δύναταί τις νά ὑποθέσῃ ὅτι ἀπό τῶν ἱστῶν ἔγραφαν οἰ χαράκται.

Τίνες εἰσἰν αἰ ἐπιγραφαί αὖται, ὡμιλήσαμεν
πρότερον περί ἀυτῶν, γράφει δέ καί ἐκτενῶς
ὁ φίλος κ. Κλών Στέφανος ἐν τῶ περί
Συρίων Ἐπιγραφῶν συγγράμματι αὐτοῦ.
Τίνες εἰσἰν αἰ ἐπιγραφαί αὖται, ὡμιλήσαμεν πρότερον περί ἀυτῶν, γράφει δέ καί ἐκτενῶς ὁ φίλος κ. Κλών Στέφανος ἐν τῶ περί Συρίων Ἐπιγραφῶν συγγράμματι αὐτοῦ. Ἡμεῖς ἐλάχιστα κατεγίνομεν εἰς τήν ἀνάγνωσιν τῶν Ἐπιγραφῶν τοῦτον. Καί μόνος ὁ κ. Ζερλέντης καί οἰ διδάκτορες κ.κ. Μπαξεβανάκης, Εὐαγγελίδης καί Σαρικάκης ἀνέγνωσαν τινας αὐτῶν. Ἄλλως τε σκοπός ἡμῶν ἦν ἠ ἀπλῆ έπίσκεψις τοῦ μέρους καί ἡ γνῶσις τῆς ἄκρας ταύτης τῆς πατρίδος μας. Ἐκεῖνος ὄμως ὄστις ἐπεζήτησε τήν ἀνάγνωσιν τῶν ἐπιγραφῶν μετά πάθους ἦς ὁ νέος φίλος μας Γεώργιος Βουτσίνος ἤ Μαυρόνυχος. Οὖτος ἰδών τούς ἄλλους νά βράχωσι τάς ἐπιγραφάς έπανέλαβεν έπιτυχῶς τό πείραμα βράχων τό μανδύλιον του καί κύπτων πρός ἀνάγνωσιν καί έπιτυγχάνων πολλάκις ταύτην. Γαυριῶν δέ δικαίως ἀνήγγελλε τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγνώσεως καί ἐξέπεμπεν ἀστραπάς χαρᾶς ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν ὄταν ἐπετύγχανε καί ἐπεδοκιμάζετο. Καί ὄμως ὁ νέος οὖτος καθ’ ἄ διεβεβαίου μόλις χειλῶνα ἔνα έφοίτησεν εἰς τό σχολεῖον, θά ἐγίνετο δέ ἄριστος μαθητής ἐάν ἐξηκολοὐθει τά γράμματα καί σήμερον θά γίνῃ ἄριστος φύλαξ τῶν ἀρχαιοτήτων ὄταν ποτέ ἀνακαλύψῃ τοιαύτας. Ὑπό τόσου ἔρωτος ἐφάνη καταληφθείς πρός τάς ἀρχαιότητας καί μετά τόσου ἐνθουσιασμοῦ ὡμίλει περί αὐτῶν. Ἴσως ὄμως καί ἄλλοτε λάβωμεν ἀφορμήν νά ἐπανέλθωμενη εἰς τόν Μαυρόνυχον.

Ἤδη ἄς στραφῶμεν έπί τῶν νεωτέρων ἐπιγραφῶν, αἴτινες ἐχαράχθησαν ἐπί τῶν παλαιοτέρων, ἤ παλαιοτάτων. Ἠ ἀρχαιοτέρα τῶν νεωτέρων εἶνε ἠ ὑπό τοῦ κ. Κλώνος Στεφάνου ἀναφερομένη τοῦ 1426 νεώτεραι δέ ταύτης θά ὑπάρχουσιν ἱκαναί. Ἐγώ ὅμως παρατήρησα τινας καί ταύτης ἀντιγράφω ὦδε, βέβαιος ὤν ὄτι οὐχί συμβολήν ἐπιστημονικήν ἀλλά καθῆκον δημοσιογραφικόν ἐκτελῶ. Καί δή εἶδον τά ἐξῆς!

1873 Ἀνδρέας - 1876 10 Σ.Γ.Π. - Π.Α. - Μ.Φ.Ρ. 1877 - Ρ.Α.Χ. - Χαρίκλεια Ρεδιάδι 1831 - 1811 - Α.Π. 1904 - Ι. Ἀνδροῦτσος Ἔτος 1897 -Σ.Σ.Β. Ροδίτης -Σ.Χ.Μ. - Α. Γρίσερος Ὕδρα Λεχαρμάνης Αίγινα Κ.Ψ.Κ.Κ. - Ἰωάννης Παγουνάκης 1859.

χάρτης νήσου Σύρου (1914)
(πατήστε πάνω στην εικόνα
για μεγέθυνση)

Ταῦτα περί τῶν ἐπιγραφῶν τῶν τε ἀρχαίων καί νεωτέρων. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε εἰρημένων καί έκ τῶν ὑπό τοῦ κ. Στεφάνου γεγραμμένων φαίνεται ὅτι ἐξηκολούθησεν ἡ ἐπιγραφική ἐν τῶ Ὅρμῳ τῶν Γραμμάτων ἀπό τῶν Ρωμαϊκῶν χρόνων μέχρι τῆς σήμερον. Καί μόνον κατά τόν μεσαίωνα, ὁπότε καί ὁ πλοῦς ἦν κινδυνώδης καί τά γράμματα παρά τοῖς ναυτικοῖς σπανιώτερα ἡραιώθησαν αἱ ἐπιγραφαί. Κατά τούς πρώτους δέ χριστιανικούς χρόνους φαίνεται καί οἱ θαλασσοποροῦντες ἤρξαντο τρεπόμενοι πρός τόν Ἄγιον Φωκᾶν, ζητοῦντες παρά τούτου τήν ἀρωγήν καί τήν σωτηρίαν. Τίς λοιπόν ἦν ὁ Ἄγιος Φωκᾶς οὖτος; Κατά τόν συναξαριστήν κατήγετο ἐκ Σινώπης καί ἐγένετο έπίσκοπος ἤθλησε δέ ἐπί Τραιανοῦ κατά τό 101 μ.Χ. Οὖτος φαίνεται ὄν ἦν ὁ ἀρχαιότερος διάδοχος τοῦ Ποσειδῶνος. Καί τούτου συγκυβερνήτης ἐγένετο ὁ ἐκ Λυκαονίας Ἄγιος Σώζων ἤ ὄπως λέγεται Σώστης ἀθλήσας κατά τό 188 μ.Χ. Τέλος δέ ὁ Ἄγιος Νικόλαος ἀκμάσας κατά τό 300 μ.Χ. καί κατόπιν. Τοῦ Ἀγίου Φωκᾶ ὑπάρχει καί σήμερον ναός ἐν τῇ εἰσόδῳ τοῦ λιμένος τῆς Παροικίας ἀνοικοδομηθείς, ὅπως πολλοί ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς νήσοις τοῦ Ἀγίου Σώστου ἤ Σώζοντος. Ὁ τοῦ Ἀγίου Φωκᾶ ναός φαίνεται ὑπάρχων καί παρά τόν Ὄρμον τῶν Γραμμάτων καί διά τοῦτο έπεκαλοῦντο αὐτοῦ οἰ ἐπιγραφικοί. Ἀλλά σήμερον δέν σώζεται καί μόνη ἡ θέσις αὐτοῦ σημειοῦται ὐπό τοῦ χαρτογράφου κ. Ν.Κοτσοβίλλη, παρά τήν θέσιν Μαρμάρι είς τό μέσον σχεδόν τοῦ Κόλπου τῶν Γραμμάτων. Ἔστω ἡμῖν βοηθός ὁ Ἄγιος Φωκᾶς πρός εὔπλοιαν ἐπί τῇ ἀνόδῳ εἰς τήν άναντην ὁδόν ἀπό Γραμμάτων εἰς Σά Μιχάλην καί ἑκεῖθεν εἰς Σύριγγα πρός ὄν ὁδεύομεν.

Ἡ 11 π.μ. περίπου εὐρίσκει ἠμᾶς ἐπιστρέφοντας ἀπό τῆς ἄκρας τῶν Γραμμάτων πρός τόν ὁρμίσκον τῆς Γρηᾶς Σπηλιᾶς, ἐν ᾦ παρέμεινον τά ζῶα ἐφ’ ὦν θά ἐπεβαίνομεν. Καί ἐπί τέλους ἐπέβημεν καί ἀνηρχόμεθα. Ἀλλ’ ἀρκεῖ έπί τοῦ παρόντος.

Ἐν Σύρω τῇ 24 Ἀπριλίου 1908
Μιχαήλ Ι. Ζολώτας
Διευθυντής και Συντάκτης Εφημερίδας “Πατρίς”

Επιμέλεια - Έρευνα: Η Ομάδα του Syros Agenda
Tags: ,

Syros Agenda - Οδηγός ψυχαγωγίας για τη Σύρο

Το Syros Agenda δε φέρει καμία ευθύνη για πιθανή τροποποίηση του προγράμματος. Bookmark and Share Print Friendly and PDF Print Print Friendly and PDF PDF Άδεια Creative Commons