Σύρος: Μνήμες και Βιώματα

Photo: Αλέξανδρος Σταματίου

Συντάκτης: Αργυρώ Πατσού

Μάιος 2014, στον δρόμο για την Άνω Σύρα: «Δύσκολα εκεί πάνω που πάτε να μείνετε», μας λέει ο ταξιτζής, «και χωρίς μέσο… Δεν έχει ανέσεις, για όλα θα πρέπει να κατεβαίνετε στην Ερμούπολη». «Μια χαρά», σκέφτομαι, «πάση θυσία ας σώζει κανείς την ευλυγισία του πριν του την αχρηστεύσουν οι ανέσεις!».

Ναι, πάνω εκεί θα μείνουμε, στο σπίτι με τα μαροκινά χρώματα, το φωλιασμένο στον βράχο. Κλείνω τα μάτια με τα χέρια μου χαμογελώντας. Κορναρίσματα, κίνηση, φωνές. Δεν θα τ’ ανοίξω παρά μόνο όταν ο θόρυβος θα πάψει απότομα – τότε θα είμαστε σ’ εκείνη τη στροφή που κάνει μεμιάς τα πάντα αλλιώτικα. Μια στροφή… και τα πάντα αλλάζουν.

Ιούλιος 2014, Άνω Σύρος, Πορτάρα: Δεν χορταίνω να τις κοιτάζω τούτες τις δυο μικρούλες τσιγγάνες – η μια στην αγκαλιά του πατέρα της, η άλλη στης μάνας της. Η φαμίλια γυρίζει από πανηγύρι. Η ψηλόλιγνη, ευθυτενής μητέρα με καλησπερίζει, βγάζει απ’ το πανέρι της ένα από τα λουλούδια που πάλι θα μου χαρίσει, ενώ η παιδούλα στα χέρια της καρφώνει πάνω μου δυο αστραφτερά, κατάμαυρα μάτια. Μου γελάει συνθηματικά με τις μύξες να τρέχουν ελεύθερα. Ώρα να κατέβει από την αγκαλιά, ώρα Εσπερινού και ώρα της βραδινής μας τρεχάλας, καταπώς σιωπηλά, ξυπολησιά με ξυπολησιά, εδώ και κάμποσο καιρό, συμφωνήσαμε.





Τρεχάλα μέσα στον λαβύρινθο της όμορφης Απάνω Χώρας, το ξόρκι μας.

«Ένας γλάρος προσγειώθηκε σήμερα στο κεφάλι μου!»
«Πιάσε με!» μου απαντάει.
«Έεεε! Σε λίγες μέρες βγαίνουν τα σύκα!»
«Πιάσε με!»

«Τρέχα», τη σιγοντάρω από μέσα μου, «θ’ αργήσω πολύ να σε πιάσω. Τρέχα, γέλα και φώναζε. Στα σφιγμένα χείλη, στα λοξοκοιτάγματα, στα κλειστά παράθυρα, βάλε τις φιτιλιές σου. Γέλα με το γέλιο της ελεύθερης, της ανοιχτής ζωής, κάνε όλα τα δόγματα που κάθισαν, ταφόπλακα, στο ανθρώπινο το στέρνο, να σαστίσουν. Όμορφο, αλέγρο, αναμαλλιασμένο πλάσμα, νυχτώνει σε χρόνο ανθρώπινο και ακόμα το θαύμα δεν λέει να γίνει. Φιλοσοφίες προφήτευαν λυκόφωτα των θρησκειών. Πόσο έξω έπεσαν! Πόσο υποτίμησαν το μεγάλο φόβητρο της ολοζώντανης εικόνας σου. Μπρος την πηγαία ζωή λακίζουν ποίμνια σ’ αφηρημένους παραδείσους και ποιμένες σε βαριά πορτοφόλια και πολλά, πολλά παπούτσια! Ακόμα δυνατότερος ο φόβος της Ζωής από αυτόν του θανάτου. Ξυπόλητη τρέχα!

«Δες τ’ άλογα εκεί κάτω στη χαράδρα!»
«Όχι!»
«Αν δεν τα δεις… σε τσάκωσα!»
«Όχιιι……..»

Την παρέδωσα, γλυκά εξουθενωμένη, στους χαμογελαστούς πάντα γονείς της που την επαύριο, φορτωμένοι πάλι την πραμάτεια και τις κόρες τους, θα ξεκινήσουν, χαράματα, για το κυνήγι του μεροκάματου. Νεότατοι, κουρασμένοι, όμορφοι, ελεύθεροι.

***

Photo: Αλέξανδρος Σταματίου

Στον λαβύρινθο της όμορφης Απάνω Χώρας

Από το μπαλκόνι μου ατενίζω τη διπολική γη με τους δυο λόφους – στον έναν δεσπόζει ο Σαν Τζώρτζης των Καθολικών, στον άλλον η Ανάσταση των Ορθοδόξων. Το νότιο κομμάτι της εκσυγχρονισμένο, παραφορτωμένο – το βόρειο, η Απάνω Μεριά της, γεμάτη ξερολιθιές, άγρια, δύσβατη, παραδομένη, ηθελημένα ίσως, σ’ έναν άλλο χρόνο που κυλά βραδύτατα λες για να κρατήσει το αντίβαρο αυτό που δεν θα τη «βυθίσει». Επαύλεις και καρνάγια, γόνοι από τζάκια και λιμενεργάτες, ο μεγαλόπρεπος Άγιος Νικόλαος και ο ταπεινός Άγιος Νικόλαος των Πτωχών, τα μνημειακά νεκροταφεία των Καθολικών και των Ορθοδόξων και το σχεδόν κρυμμένο, μικρό σαν βρέφος, νεκροταφείο των αβάπτιστων μωρών ή Κοιμητήριο των Αγγέλων. Η διχασμένη Σύρα –η αλλοτινή Ουσύρα, η Συρίη και, από τότε, «Δίπολις» όπως την αποκαλεί ο ‘Όμηρος– μετέωρη ανάμεσα σε κυκλαδονήσι και άστυ χωρίς να είναι τίποτα από τα δύο ή και τα δύο, για χρόνια προκαλούσε την αμφιθυμία μου ώσπου να την αφουγκραστώ, ωσότου να εννοήσω το πείσμα και την επιμονή της να φορά, σ’ ελεύθερη πτώση, τα καλά της. Σε αυτή μου την «αιρετική» προσπάθεια να φτάσω στον μυχό της γης που με φιλοξενεί έντεκα χρόνια τώρα, ελάχιστα με βοήθησαν τα φανταχτερά θέλγητρα, τα εντυπωσιακά ενετικά κτίρια και τ’ αρχοντικά που μαγνητίζουν τον επισκέπτη. Εάν από κάπου ήρθαν οι δονήσεις εκείνες που έσκισαν τα πέπλα και απέσπασαν τη μαρτυρία της, ήταν από τους μαυροπετρίτες και τους γλάρους της, τ’ αγιόφιδα, τα φρύγανα, την κάπαρη, το θυμάρι, τους κρίνους της θάλασσας, τα σαμιαμίδια, τα μούσκλια και τα σαλιγκάρια της, τους αχινούς, τα βότσαλα, από τις πάντα αχώριστες δυο πάπιες στα Αστέρια. Αυτές οι τελευταίες αποτέλεσαν την πρώτη νύξη για μια άλλη οπτική που δεν χαρίζεται εύκολα. Δυστυχώς για τα ανθρώπινα πλάσματα, απομακρυνθήκαμε πολύ από την ουσία. Παροπλισμένοι ο καθένας με τις παρωπίδες του και τα συμπεριφορικά του μοτίβα, αμάθητοι από ουσιαστικές σιωπές, γινόμαστε τα εύκολα θύματα των εντυπώσεων και των παραμορφωτικών ειδώλων, πιανόμαστε σ’ εγκεφαλικά παραπετάσματα, προσκρούουμε σε αδιέξοδα, εισχωρούμε σε στρατόπεδα, καταφεύγουμε στην αποστασιοποίηση όταν οι ατμόσφαιρες είναι, σε αυτή την πρώτη ανάγνωση και αβασάνιστη ερμηνεία στην οποία γαλουχηθήκαμε, συγκρουσιακές, οι παραστάσεις αντικρουόμενες ή όταν η ίδια η ουσία μας μάς πετάει έξω από το αληθινό μας είναι, αφήνοντάς μας αποδιωγμένους πλάνητες σ’ επιφανειακά τοπία. Εάν το είναι των κόσμων και του ανθρώπου είναι καταδικασμένο στην αρμονία, η αρμονία τούτη δεν απορρέει παρά από τη σύγκρουση, τον έρωτα και τον πόλεμο των αντιθέτων.

Καθότι πρωτεύουσά τους, η Σύρα των κοντά τριάντα χιλιάδων κατοίκων, φορτώθηκε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, τα διοικητικά κέντρα και τη γραφειοκρατία των Κυκλάδων. Σήμερα, αρχίζει να μετρά τους πρώτους αστέγους της. Πριν καλά-καλά φέξει, τις Τετάρτες, σχηματίζονται ουρές στην Κάριτας πίσω από την Καθολική Επισκοπή (μέχρι πρότινος, αυτό γινόταν τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα όμως οι προμήθειες δεν επαρκούν και τα αποθέματα στερεύουν). Αλυσίδες επώνυμων σούπερ μάρκετ όπου συναντάς πια σκηνές Αθηνών – διάδρομοι φωτισμένοι με λάμπες Led, τσαλαπατημένα φρούτα και ρούχα, άνθρωποι με μετρημένα ψιλά, φασαρίες στα ταμεία. Ένα νοσοκομείο που, παρά τις ελλείψεις του, είναι αναγκασμένο να εξυπηρετεί όλα τα σοβαρά περιστατικά των Κυκλάδων. Κίνηση, γεμάτα λεωφορεία, λιγοστά εναπομείναντα καφενεία που αρχίζουν και αυτά ν’ αδειάζουν. Μια Ερμούπολη όπου στα στενοσόκακα στριμώχνονται φοιτητές, αποσπασμένοι καθηγητές, νεφροπαθείς, στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, εργατιά, πλήθος ανέργων και μονίμως παλιές και γνωστές εύπορες οικογένειες και φατρίες. Πολύς κόσμος –και ιδιαίτερα οι διαμένοντες εδώ– καταφέρονται εναντίον της έλλειψης εξωστρέφειας του νησιού που μόλις τώρα τελευταία αποφάσισε ν’ ανοίγει τα μαγαζιά του σε αφίξεις κρουαζιερόπλοιων που δεν συμπίπτουν με ώρες καταστημάτων. Κύρια πηγή εσόδων του πέραν της θρησκευτικής κίνησης, των διοικητικών υπηρεσιών και αργότερα του καζίνου, υπήρξε, επί μακρόν, το Νεώριο που σχεδόν καταρρέει οικονομικά. Τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι πρόκειται για το ίδιο νησί με τη μακραίωνη ιστορία και πολυκύμαντη διαδρομή που ήταν κάποτε το μεγαλύτερο παραγωγικό, μεταπρατικό και διαμετακομιστικό κέντρο της Ελλάδας, που άνοιξε αγκαλιά, περιέθαλψε με έξοδα των ντόπιων αρρώστους και τραυματίες της επανάστασης του 21, χτίζοντας στη συνέχεια το πρώτο οργανωμένο νοσοκομείο της Ελλάδας, άνοιξε τυπογραφεία, τραπεζικά καταστήματα, ανέβασε θεατρικές παραστάσεις, ίδρυσε πρότυπα σχολεία, ανέδειξε εξέχοντες λόγιους, δέχτηκε στους κόλπους του Καθολικούς, Ορθόδοξους, Καπουτσίνους και Ιησουίτες. Διώχνει τώρα η Σύρα γιατί δεν μπορεί να χωρέσει άλλο; Κομπάζει ακόμα για την αλλοτινή λάμψη της που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει σ’ ένα μετέωρο βήμα ή είναι η έπαρση και η ακαταδεξία της άμυνα απέναντι σ’ έναν ξεπεσμό που τον αισθάνεται ξένο σώμα; Είναι η μοιρολατρία η ζωγραφισμένη στα πρόσωπα παραδοχή της παρακμής ή αμηχανία απέναντι σε μια δυσανάγνωστη και σαρωτική παγκοσμιοποιημένη εξέλιξη που δεν ξέρει πώς να τη χειριστεί; Είναι δικαιολογημένη ή συνυπόλογη γι’ αυτές της τις ανεπάρκειες; Είναι το θύμα μιας πάλαι ποτέ ανοιχτοσύνης, ιντελιγκέντσιας και κοσμοπολίτικου χαρακτήρα που τελικά την περιχαράκωσαν μέσα σ’ ένα κράμα στενοκαρδίας, σεμνοτυφίας και καθωσπρεπισμού που επικρίνει τις αντίθετες φωνές σ’ ένα δήθεν αδιατάρακτο και συντεταγμένο φαίνεσθαι και ένα αποπροσανατολισμένο είναι; Δεν ξεσπά γλέντι… Για όνομα του όποιου Θεού, δεν ξεσπά ποτέ, έτσι από το πουθενά, γλέντι!

Photo: Αλέξανδρος Σταματίου

Στον λαβύρινθο της όμορφης Απάνω Χώρας (2)

Γενάρης 2014, Ταρσανάδες, Ερμούπολη: Νευρώδης κίνηση. Ήχων, μυρωδιών, χρωμάτων πανδαιμόνιο. Πελεκήματα, φωνές, εβίβα, κρώξιμο γλάρων και χηνών. Μαύρα νύχια, δυνατά χέρια, παραγάδια, φανοποιεία, πιπεράτα πειράγματα, το σπίθισμα και το φωτοβόλημα των συγκολλήσεων των μετάλλων. Δύτες που βάζουν πασσάλους για να στερεώσουν καλά την καρίνα στην πλατφόρμα, καραβομαραγκοί, κατάρτια και γερανοί σαν αποφασισμένες λόγχες σκίζουν την επιπεδότητα για να καρφωθούν στα φεγγάρια, οι καμπυλότητες των καραβιών, το λίκνισμα των βαρκών στο μουράγιο. Μέσα σε όλη αυτή τη φασαρία, εδώ η ησυχία του προβολικού σου απαγκιάσματος. Δεν είσαι παρά το καράβι που άραξε για λίγο εδώ για να επιδιορθωθεί, να γιατρέψει λαβωματιές, να γερέψει. Θα ξανοιχθείς ξανά στις θάλασσες, θα παίξεις και θα ξαναπαίξεις το έργο ώσπου ν’ αποσυρθείς οριστικά. Μόνο χαρά νιώθω, ξόρκισμα η θάλασσα κάθε κλειστοφοβίας.

Ιούλιος 2015, Πηγή Αγίου Αθανασίου, Άνω Σύρος: Όσο προχωράμε προς την Πηγή, η ατμόσφαιρα πυκνώνει τόσο που σχεδόν μού κόβεται η ανάσα. Εγγεγραμμένα στη μνήμη του τόπου, που κλειδαμπάρωνε άλλοτε τις πύλες του τα βράδια για να γλιτώσει από τις επιδρομές των πειρατών, άγρια θανατικά, μαύρες σελίδες.

«Κοπιάστε να σας φιλέψω έναν καφέ» ακούγεται μια φωνή από πάνω. Αυτός θα είναι ο κυρ-Παναγιώτης, σκέφτομαι. Έχω ακούσει πολλά γι’ αυτόν τον φύλακα της Πηγής που κερνά τους περατάρηδες τη σοδειά της γης του. Ο «ένας καφές» κατέληξε τραπέζι γιομάτο με λογής μαγειρευτά, καρπούζι, φραγκόσυκα, κρασί. Στο μισόσκυφτο πρόσωπο με το μειλίχιο χαμόγελο, ανάγλυφη η έκφραση ανθρώπου που τελεύει το χρέος του, χρέος που δεν του υπαγορεύει άλλος κανείς πέρα από τη θέλησή του – ίσως και ο νόμος της ισορροπίας. Στην άκρη ενός «κλειδωμένου» απέναντι στον ξένο –που μένει πάντα αναφομοίωτος ξένος– οικισμού, το αντίβαρο του κεραστή. Μια κάμαρη και μια κουζίνα το φτωχικό του. Πάνω στο τραπέζι ένα μεγάλο κουτί φαρμακείου. «Δύσβατο το μονοπάτι, μπορεί να χτυπήσει κάνας περαστικός», χαμογελάει. Κουβέντα στην κουβέντα, φτάνουν μεσάνυχτα. Μας αφήνει για λίγο και κατηφορίζει στην Πηγή να πλύνει τα πιατικά του. Στην επιστροφή μας μέσα στο πυκνό σκοτάδι ακομπανιάρει την κουβέντα μας το αλύχτισμα άφαντων σκύλων. Συνειρμικά, έρχονται στη μνήμη μου οι σκύλοι-φύλακες των πηγών που φώλευαν στις μυθολογίες.

Έτσι ξέρει αυτή η διπολική στεριά να γραπώνει από τον λαιμό και ύστερα να σώζει, να σώζει και ύστερα να γραπώνει από τον λαιμό. Είναι η μεγάλη σπουδή, ο ίδιος ο νόμος των αντιθέτων απεικονισμένος, η διπολική φύση του παντός σε μικρογραφία. Στη δύσκολη Σύρο θα δώσεις τις εξετάσεις σου. Εδώ, αν υπερβείς το δύο, θα σου αποκαλυφθεί το μυστικό που γνωρίζουν οι υπέροχες, παραδομένες στη νωχέλεια μα πάντα ετοιμοπόλεμες γάτες της: η ευλυγισία του αιλουροειδούς που χορεύει στις αντιφάσεις. Εδώ θα δώσεις τα διαπιστευτήριά σου και εδώ θα κριθεί, σαν σε μύηση, αν είσαι άξιος να εισχωρήσεις βαθύτερα στον κύκλο και στην ουσία των Κυκλάδων, την ενότητα και το αδιαίρετο Είναι.

Αύγουστος 2015, κουπαστή, προς άγνωστο προορισμό απόπλους: Το κατάστρωμα, οι γλάροι, το σφύριγμα της μπουρούς, το άδειασμα, η λευτεριά μου. Να φεύγεις, να φεύγεις, να φεύγεις… Όχι γιατί δεν σε βαστούν οι τόποι αλλά γιατί βαστάς μέσα σου γερά τους τόπους που σε φιλοξένησαν. Μακρύτερα προς τα έξω, βαθύτερα προς τα μέσα να φεύγεις, ενώνοντάς τους με το άθραυστο νήμα της ατομικής ιστορίας σου, αφήνοντάς τους μυστικά να συνδιαλέγονται στην αφομοίωση των εσωτερικών και εξωτερικών τοπίων που κατοίκησες και σε κατοίκησαν, μην ανήκοντας πουθενά, χωρίς να σου ανήκει τίποτα, κατάφορτος κι ελαφρύς, γεμάτος ιστορία και νεογέννητος, έχοντας για γενέθλια γη μια βαθύρριζη ροή που υπακούει στο κάλεσμα του Ορίζοντα και τον μεταλαβαίνει.

Άξαφνα το τσιγγανάκι σηκώνεται, σπάζει τη μεσούλα του στον αέρα

Photo: Αλέξανδρος Σταματίου

Στον λαβύρινθο της όμορφης Απάνω Χώρας (3)

Τσιγγάνικος σπασμός
Φόρμες αιχμηρές
Τραύμα ξανά βαθύ, ανεπούλωτο
του αίματος τούτου ο χορός
στην πλανερή ακαμψία του ορίζοντα
Γιατί η καρδιά μου είναι ο δρόμος
πάντα ξεγλιστράς προς τα μέσα μου
Υπάρχουμε τόσο που θα τρυπήσει ο κόσμος

… Και ξαναμπαίνω στους παλιούς εκείνους στίχους μου ή μέσα στο πάντα μου;

Είχε στραγγίξει τούτη την ευλογημένη γη,
την είχε πιει ώς τον πάτο.
Στέρφα πίσω της την άφηνε.
Τη δίψα της νόμιζε θα έσβηνε
τις θάλασσες αν έπινε όλες.

Κόχλαζε στις φλέβες της το αίμα.
Μπατάριζαν στη φούρια της πανέρια με λωτούς,
ψάρια που ψοφολόγαγαν σ’ ωριόπλεχτα καλάθια.
Και σε χρυσόθολο ναό
ανέγνοιαστος πηδούσε ο μπαμπουίνος.

Στα σμιλευμένα αντήχησε βουνά
τρελό κουδούνισμα στα πόδια τα βραχιόλια.
Μια ταραγμένη συγκατάθεση
έκλεψε απ’ την αταραξία.

Χέρι τη ταφταδένια φούστα της
άρπαξε στην οχλοβοή.
Τον ίμερο εμπιστεύτηκε
στου χαμινιού τα μαύρα μάτια.
Γρήγορα να φτάσει στο λιμάνι.

Δρόμο εκείνο άνοιγε μαεστρικά.
Κάτω από πόδια πέρναγαν και πάνω από κεφάλια.
Γλίστραγαν μέσα απ’ αγκαλιές.
Βαλσάμωναν τους βούρδουλες στα χέρια.

Κρύψε με μέσα σου, κατάπιε με.
Πάρε απ’ τη γη σου θυμητάρι.

Μαύρη κάπα έπεσε αδειανή και την ποδοπατάνε.
Μαύρα μαλλιά στις κουπαστές χορεύουνε.
Μαύρα μάτια σκήνωσαν στα σπλάχνα.


Απόσπασμα από το ποίημα «Έργο σε Τρεις Πράξεις», Απόσταγμα, Αργυρώ Πατσού, εκδόσεις Αλεξάνδρεια.


Πηγή: efsyn.gr
Tags:

Syros Agenda - Οδηγός ψυχαγωγίας για τη Σύρο

Το Syros Agenda δε φέρει καμία ευθύνη για πιθανή τροποποίηση του προγράμματος. Αν σας άρεσε αυτό που διαβάσατε, διαδώστε το. Ευχαριστούμε! Bookmark and Share Print Friendly and PDF Print Print Friendly and PDF PDF Άδεια Creative Commons

Σχετικά με τα σχόλια

Το syrosagenda.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.