Το λιμάνι της Σύρας πριν και μετά την Επανάσταση του 1821

πανοραμική άποψη από το λιμάνι της Ερμούπολης

του Δρ. Μάρκου Ν. Ρούσσου - Μηλιδώνη

Α. Πριν το 1821

Είναι γνωστό ότι η παλαιότερη μνεία της Σύρου γίνεται στην «Οδύσσεια» και συγκεκριμένα στους στίχους 464-472 της ραψωδίας Ο.

Ο Όμηρος, που καθώς εικάζεται, συγκέντρωσε στα έπη της «Ιλιάδας» και της «Οδύσσειας» προϋπάρχουσες λαϊκές αφηγήσεις, αποκαλεί δίπολη τη Συρίη, επειδή εις αυτήν υπήρχαν δύο παραθαλάσσιες πολιτείες, μία στο λιμάνι της σημερινής Ερμούπολης και μία στον όρμο του Φοίνικα. Από την ονομασία της δεύτερης που οφειλόταν στον εμπορικότερο Λαό της Ανατολικής Μεσογείου, τους Φοίνικες, μπορούμε να υποθέσουμε την έντονη εμπορική κίνηση στο νησί.

Πιο σημαντική από το Φοίνικα λόγω του ευρύτερου και ασφαλέστερου λιμένα της, η συνονόματη του νησιού Σύρος, ήταν χτισμένη στο λόφο «Κατελύμματα», τα σημερινά Ψαριανά. Εκεί ανασκαφθηκαν κατά την ανοικοδόμηση ιης Ερμούπολης το 1823-1828, ερείπια θεάτρου, τείχους, υδραγωγείο κ.ά., που αναφέρει ο συριανός αρχαιολόγος Κλων Στέφανος το 1875, στην ιιε-ρισπούδαστη μελέτη «Επιγραφαί της νήσου Σύρου». Κατά την κλασική και ελληνιστική περίοδο, από το 450 π.Χ. έως το 164 π.Χ., αναπτύχθηκε στη Συρο η βιοτεχνία κεραμεικών και άλλων αντικειμένων με κύριο πελάτη τους ναούς του Απόλλωνα και της Αριέμιδας στο ιερό νησί της Δήλου. Το εμπόριο αυτό ευνόησε ο θεσμός του Κοινού των Νήσων, ένα είδος ομοσπονδίας των Κυκλάδων με έδρα τη Δήλο. H δραστηριότητα αυτή μας είναι γνωστή από τους καταλόγους των ιεροποιών (διαχειριστών) των δύο ναών, που ανακάλυψε η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και δημοσίευσε στην περιοδική της έκδοση «BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLENIQUE». Άρθρο περί αυτών δημοσίευσε ο Α. Δρακάκης στα «Κυκλαδίτικα θέματα» αρ. 19 (1987), σσ. 14-15.

Η πρόοδος της πόλης και του λιμένα της Σύρου συνεχίστηκε κατά τη ρωμαιοκρατία (146 π.Χ. - 330 μ.Χ.), όπως το μαρτυρούν οι μεγάλες λαϊκές γιορτές, γνωστές στους ιστορικούς με την ονομασία «δημοθοινίες» ή «ευωχίες». Γιορτές που συνεχίστηκαν στα πανηγύρια των εκχριστιανισθέντων νησιωτών.

Σκοτεινή για τη Σύρα, όπως αρχίζει έκτοτε να αποκαλείται, και τις άλλες Κυκλάδες, είναι η σχεδόν χιλιετής περίοδος του Βυζαντίου (330 μ.Χ.-1207 μ.Χ.), που λόγω των συχνών πειρατικών επιδρομών, έριξαν τους κατοίκους τους στην αφάνεια. Ήταν τότε που εγκαταλείφθηκαν οι παραθαλάσσιες πόλεις και χτίσθηκαν νέοι οικισμοί προστατευόμενοι από κάστρα και τείχη. Ο λόφος που επέλεξαν οι Συριανοί ήταν το «Μεσοβούνι» που όφειλε την ονομασία του στην μεταξύ των βουνών Πύργος και Κάπαρη γεωγραφική τον θέση. Η Άνω ή Απάνω Σύρα στην οποία θα συνεχισθεί η ιστορία του νησιού έως τα χρόνια της Επανάστασης του 1821.

Επί της επόμενης περιόδου τον Δουκάτου της Νάξου, οριζομένης από της καταλήψεως των περισσότερων Κυκλάδων, συμπεριλαμβανομένης και της Σύρας, από τον Ενετό Μάρκο Σανούδο το 1207, έτος την υπαγωγή τους στο Σουλτάνο το 1566, οι κάτοικοι των νησιών βγήκαν από την αφάνεια της βυζαντινής περιόδου.

Την πρόοδο αυτή όφειλαν στους Δούκες της Νάξου και άλλους καλά οργανωμένους φράγκους ευγενείς, που φρόντισαν για την αποτελεσματική προστασία των νησιωτών από τους πειρατές χτίζοντας ισχυρά κάστρα και τείχη γύρω από τους οικισμούς τους. Στη Σύρα όπου δεν εγκαταστάθηκαν ξένοι ευγενείς, αντί για πολυδάπανο κάστρο, τα σπίτια της εξωτερικής περιφέρειας χτίστηκαν πολύ πιο υψηλά από τα σπίτια του εσωτερικού ώστε να αποτελούν προστατευτικό τείχος του οικισμού. Η είσοδος και η έξοδος γινόταν από τις επτά «ΙΙορτάρες» που άνοιγαν με το πρωινό «μεροκάμπανο» και έκλειναν με τις κωδωνοκρουσίες των «Αβε Μαρία», όπως ονομάζεται στα λατινικά η προσευχή «Χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία».

Με τη προοδευτική ελάττωση της πειρατείας, χάρη στα οχυρωματικά και άλλα μέτρα των Ενετών, οι Συριανοί πον ήταν σχεδόν στο σύνολο τους γεωργοί και κτηνοτρόφοι, άρχισαν σιγά σιγά να ασχολούνται και με το εμπόριο στα γειτονικά νησιά. Περισσότερο όμως να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους με εμπορεύματα ξένων πλοίων, κυρίως γαλλικών, που στάθμευαν στο μεγάλο λιμάνι τους, το καλύτερο σε όλες τις Κυκλάδες. Τότε άρχισαν να κατασκευάζουν στο Γυαλό ή Λιμιώνα, τις πρώτες μπαράγκες για την αποθήκευση των εμπορευμάτων.

Με τα δεδομένα αυτά, μπόρεσε να γράψει το 1821 ο βέβαιος για τις πληροφορίες του τούρκος περιηγητής και γεωγράφος Πίρι Ρέις: «Ανάμεσα στο Γαϊδουρονήσι και το Ασπρονήσι δεσπόζει ένας απότομος βράχος μπροστά από τον οποίο περνάνε τα εισερχόμενα και εξερχόμενα από το λιμάνι πλοία. Στο βάθος του φυσικού όρμου είναι χτισμένο το ναΐδριο του Αγίου Μάρκου. Στο νότιο κολπίσκο του λιμανιού ξεφορτώνουν τα εμπορεύματα τους μεγάλα πλοία».

Ο βράχος που αναφέρει ο Πίρι Ρέις είναι το σημερινό «Νησάκι», που έως τα μέσα του 19ου αιώνα, ήταν χωρισμένο με στενό πορθμό από την ακτή «Σανιτά». Γνωστό στα συριανά έγγραφα επί τουρκοκρατίας είναι και το εξωκλήσι του Αγίου Μάρκου, στο οποίο ενταφιάστηκε το 1617, ο απαγχονισθείς από τον Καπουδάν πασά ιερομάρτυρας Επίσκοπος Ιωάννης Ανδρέας Κάργας. Κατεδαφίσθηκε κατά τις επιχωματικές εργασίες για την κάλυψη του στενού πορθμού που χώριζε το Νησάκι από την ακτή Σανιτά. Δυστυχώς, πολύ πρόσφατα, το 2004, κατεδαφίστηκαν τα υπολείμματα ενός ακόμη καθολικού ναϊδρίου κοντά στην πλατεία Ηρώων, που κατά την ταπεινή μου αντίληψη, ήταν το αρχαιότερο κτίσμα στην Ερμούπολη.

Το 1680, έτος προσωρινής ειρήνης στο Αιγαίο μετά το τέλος του 25ετούς κρητικού πολέμου μεταξύ των Ενετών και των Τούρκων (1644-1669), η κοινότητα της Σύρας κήρυξε το λιμάνι της «πόρτο φράνκο» που σημαίνει ελεύθερο στη ναυσιπλοΐα, απαλλαγμένο παντός «κομερκίου» ή εμπορικού φόρου (από τον ιταλικό όρο «COMMERCIO» που σημαίνει εμπόριο).

Την ελευθερία ναυσιπλοΐας και απαλλαγή φορολογίας ανανέωσαν ο Επίτροπος Ιωάννης Δραπέρης και οι προεστοί του νησιού στις 19 Οκτωβρίου 1761. Ακολούθησαν η ευνοϊκή ρωσοτουρκική συνθήκη για την ελληνική ναυσιπλοΐα το 1774, και η προστασία της τιμαριούχου του νησιού Σαχ Σουλτάνας από το 1788 έως το 1803. Κατά την καλή για τη Σύρα αυτή περίοδο, έγραψε ο αββάς Στέφανος Δελλαρόκας για το λιμάνι της το 1790: «Το φυσικό λιμάνι της βρίσκεται μεταξύ δύο σημαντικών θαλασσίων οδών προς τα μεγάλα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου. Από εδώ περνάνε τα πλοία με προορισμό την Εύβοια, την Άνδρο, την Τήνο και άλλα μέρη.

Στο ασφαλές λιμάνι της σταθμεύουν τα δοκιμαζόμενα από ενάντιους ανέμους πλοία. Λίγες μόνο βδομάδες το χρόνο παραμένει χωρίς αξιόλογη κίνηση. Μερικές μάλιστα φορές έτυχε να σταθμεύσουν σ' αυτό 15 έως και 18 γαλλικά πλοία» (Πλήρης Πραγματεία περί Μελισσοκομίας, δημοσιευμένη στα γαλλικά το 1790).

Δύο χρόνια αργότερα, στις 5 Μαΐου 1792, η Κοινότητα προχώρησε στην αναδιοργάνωση χης υπηρεσίας λοιμοκαθαρισμού στην ακτή Σανιτά με το διορισμό έξι υπαλλήλων. Το σχετικό έγγραφο απόκειται στο Ιστορικό Αρχείο Δήμου Άνω Σύρου, στο «Ρετζίστρο» του έτους 1792/

Άλλο κοινοτικό έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1795, παρέχει ανάγλυφη εικόνα της εμπορικής κίνησης στο λιμιώνα της Άνω Σύρου. Από το έγγραφο αυτό πληροφορούμαστε ότι κατά μήκος της ακτής υπήρχαν αποθήκες, μαγαζιά, πρόχειρα καταλύματα και υποπροξενεία της Αγγλίας και Γαλλίας με υποπρόξενους τον Στέφανο Βιτάλη και τον Ιωσήφ Varginet που διαδέχθηκε το 1810 ο Νατάλες βουτσινάς, πλοιοκτήτης του εμπορικού «MADONNA DI LORETO».

Το 1820, είχαν κτιστεί κατά μήκος της παραλίας οι οικίες των εμπόρων και πλοιοκτητών Αντωνίου και Φραγκίσκου Σαλάχα, Γρηγορίου Στεφάνου (η μετέπειτα κλινική Καμπανάρου όπου είχε φιλοξενηθεί ο Μιαούλης το 1824), Αντωνίου ΙΙρίντεζη και Αγγέλου Χριστοπούλου, συζύγου της συριανής Ειρήνης Φρέρη, του καπετάνιου Μανώλη Δάσκου και κάποιου Ρεμόνδου Τζώρτζη.

παραλία Ερμούπολης (1890)
Φωτο: Aymar Eugène de La Baume Pluvinel
Πηγή: gallica.fr

Για να δώσουν τάξη στην αρξάμενη οικοδομική δραστηριότητα, που είχε μεγάλες προοπτικές για τη έξοδο των Απανωσυριανών από το στενόχωρο Κάστρο, ο Επίτροπος Αντώνιος Πρίντεζης και οι ΙΙροεστοί, καθόρισαν με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1820, τον ακόλουθο κανονισμό δόμησης: «Εμείς, κοτζαμπάσηδες και λοιποί προεστότες της Κοινότης, με το να είμεστεν εις χρέος να διευθεντεύομεν τα δικαιωματά της εις κάθε μέρος και περίστασιν οπού εμπορεί να τύχη, μερικά κάτω εις τον γιαλόν δια vα μην δυσκολεύεται το λιμάνι μας εις κανέν τρόπον, δια τούτο λοιπόν εμείς την σήμερον περιορίζομεν όλους και τον κάθε ένα οπού οποδώ και ομπρός έχουν να χτίσουν μαγαζία εις την Προβαοία από μέρος του γιαλού, να μην εμπορεί κανένας, όποιος και αν είναι, να χτίση μέσα εις τον γιαλόν, αλλά να χτίζη ίδια με τον γιαλόν κατά την λίνια των μαγαζιών του σιορ Αγγέλου Χριστόδουλου και Τζώρτζη Ρεμόνδο και έπειτα να είναι εις την ελευθερίαν του καθενός αφού χτίσει ίσια με τον γιαλόν να κάμνη μόλον να γίνεται σκάλα καθώς είναι εις τα άλλα μαγαζία τόσον από το εν μέρος όσον και από το άλλο.

Το όμοιον λέμε και εις κάθε μέρος ακόμα του λιμανιού μας να μην εμπορή κανένας όποιος έχει να χτίσει μαγαζί να τραβιέται προς τον γιαλόν, να στενεύη τον δρόμον και να δυσκολεύεται ο τόπος όπου έχουν να τραβούν τα καΐκια. Δια τούτο λοιπόν τεποζιτάρουμε (καταθέτουμε) το παρόν μας εις την κατζελλαρίαν μας δια κάθε καιρόν αποδείξεως υπογεγραμμένον ιδιοχείρως μας».

Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, το γεγονός ότι από τους προπους μήνες της Ελληνικής Επανάστασης, το λιμάνι της Σύρας υπήρξε κέντρο πληροφόρησης για τις κινήσεις των Τούρκων.

Παραθέτω δειγματικά εδάφιο επιστολής των προεστώτων της Τήνου Αντωνίου ΙΙόμερ και Αντωνίου Νάζου, οι οποίοι γράφουν στις 27 Ιουνίου 1821, στους «φιλογενέσταχους προκρίτους της Ύδρας: «Σας λέγομεν ότι σήμερον ελάβομεν ένα γράμμα από Σύραν και μας λέγουν την μεγάλην ακαταστασίαν της Κωνσταντινουπόλεως ότι κόπτουν και σκοτώνουν καθημερινώς και ότι ο γαληνότατος πρίγκιψ Υψηλάντης, περνώντας την Φιλιππούπολιν έδωσε τρεις πατάλιες (από το ιταλικό BATAGLIA που σημαίνει «μάχη») με μεγάλον χαμόν των Τούρκων. Τον μινίστρον των Ρώσων τον φυλάττουν υπέρ τους τριακοσίους Τούρκους...».

Από τις ανωτέρω ιστορικές πηγές και όχι «υποθέσεις γραφείου», όπως συνηθίζεται στη χώρα μας, μπορούμε αβίαστα να συμπεράνουμε ότι ο Γιαλός της Άνω Σύρας πριν την έκρηξη της Επανάστασης και την άφιξη των πρώτων προσφύγων το 1822, ήταν κάθε άλλο από τον τόπο που φαντάστηκε ο Τιμολέων Αμπελάς το 1870: «Εκεί ένθα βρυοσκεπής έρημος παραλία έβλεπε σπανίως αλιείς τινάς. Ένθα από των βρύων ανεπηδούν άφοβοι και ανύποπτοι οι βάτραχοι, ανεπήδησε πόλις μεγάλη, πλουσία» (Ιστορία της νήσου Σύρου, Ερμουπολις 1870, σ. 482).

Την πραγματικότητα αποτυπώνει ο ιστορικός Ανδρέας Δρακάκης ο οποίος γράφει το 1948 στην περισπούδαστη μελέτη «Η Σύρος επί Τουρκοκρατίας», σ.78: «Κατά την περίοδον προ της Ελληνικής Επαναστάσεως ανεπτύχθη μεγάλως και η ναυτιλία εις την νήσον μας. Τα συριανά καΐκια ήσαν πολυάριθμα και εξετέλουν πλόας μέχρι των ιταλικών λιμένων, των λιμένων της Μαύρης Θαλάσσης και της Αιγύπτου. Παράλληλος ήταν η ανάπτυξις του λιμένος της νήσου, του πλούτου των κατοίκων και της βελτιώσεως των όρων διαβιώσεως αυτών».




Β. Από το 1821 έως το τέλος του 19ου αιώνα

Το Β' Μέρος της δημοσιευόμενης, σιο περιοδικό του Συνδέσμου Συριανών, μελέτης για το λιμάνι της Σύρας από της εκρήξεως της Ελληνικής Επανάστασης το Μάρτιο του 1821 έως το τέλος του 19ου αιώνα, έχει «τηλεγραφικό» χαρακτήρα. Είναι δηλαδή πολύ συνοπτικό. Κι αυτό όχι επειδή στερούμαστε υλικού, αρκετού για τη σύνταξη πολύτομων μελετών, αλλά λόγω εξάντλησης του θέματος από τους ιστορικούς του νησιού Τ. Αμπελά, Α. Φραγκίδη, Α. Δρακάκη κ.ά.

Η παρουσία Σμυρναίων και Κυδωνιατών προσφύγων στο λιμάνι της Σύρας τον Οκτώβριο του 1821 και πολλών Χίων εμπόρων που τους ακολούθησαν μετά το ολοκαύτωμα του νησιού τους το Πάοχα του 1822, έδωοε ισχυρή ώθηση στη συριανή εμπορική κίνηση, σημαντική από το τέλος του 18ου αιώνα. Έτσι εξηγείται γιατί ο χιώτης μεγαλέμπορος Λουκάς Ράλλης έδωσε το 1824 στην οικιζόμενη πόλη την ονομασία «Ερμούπολη», πόλη του Ερμού, θεού του εμπορίου.

Από το επόμενο έτος 1825, οι 12.000 πρόσφυγες της νέας πόλης ανέπτυξαν τόσο μεγάλη εμπορική κίνηση ώστε να εξασφαλίσουν τον επισιτισμό και οπλικό ανεφοδιασμό των αγωνιζομένων για την ανεξαρτησία τους Ελλήνων.

Έτσι εξηγείται ο θαυμασμός με τον οποίο μιλάνε για τη Σύρα οι ευρωπαίοι επισκέπτες της στα χρόνια της Επανάστασης. Παραπέμπω δειγματικά στους Γάλλους συναγωνιστές των Ελλήνων JOURDAIN και LAUVERGNE, τον ελβετό γιατρό GOSSE (Επιστολές σελ. 93), τον σκώτο GORDON (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως σελ. 427), τον άγγλο WADINGTON (Επίσκεψη στην Ελλάδα σελ. 33).

Κατά το LAUVERGNE (MEMOIRES σελ. 9) «Το φυσικό λιμάνι της Σύρας είναι εξασφαλισμένο από τις συχνές καταιγίδες στο Αιγαίο. Από την αρχή της Επανάστασης, συνεχίζει, τα φορτωμένα με σιτάρι πλοία, σταθμεύουν στη Σύρα από όπου οι αρχηγοί των Ελλήνων εφοδιάζουν τους αγωνιζόμενους κατά των Τούρκων. Παρασυρόμενοι από το κέρδος, δραστήριοι έμποροι από τη Χίο και άλλους τόπους, ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο νησί αυτό. Έκτισαν σπίτια και ήρθαν σε επαφή με ναυτικούς πράκτορες της Αδριατικής. Η επιτυχία τους προσήλκυσε πολλούς Έλληνες και ευρωπαίους να αναζητήσουν την τύχη τους στο άγονο αυτό νησί. Μια μεγάλη πόλη αρχίζει να δημιουργείται στις κρημνώδεις παραλίες του».

«Από τους πρώτους χρόνους της Επανάστασης», γράφει ο πρόσφατα εκδημήσας Συριανός ευπατρίδης Δημήτριος Αθ. Κρίνος, γόνος Χίων μεγαλεμπόρων εγκατασταθέντων στην Ερμούπολη κατά τη δεκαετία του 1820, «πριν ακόμη συσταθεί η νέα πόλις και όταν ακόμη οι πρόσφυγες που ακολούθως την συνέστησαν, διέμεναν σε πρόχειρες παράγκες, μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα, η Ερμούπολις υπήρξε κατ' εξοχήν εμπορική, κατέχουσα τα σκήπτρα του εμπορίου όλων των πόλεων της πατρίδος μας και της Ανατολικής εισέτι Μεσογείου ίσως, αποκληθείσα μάλιστα «εμπορική πρωτεύουσα της Ελλάδος». Δικαίως συνεπώς ήταν τότε γνωστή ως το «Εμπορείον της Ανατολής». Σ' αυτήν δε το 1828 ιδρύθη και το πρώτον Εμποροδικείον της Ελλάδος (Ψήφισμα 10 του I. Καποδίστρια της 15ης Δεκεμβρίου 1828). Το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου της η Ερμούπολη ώφειλε στο διαμετακομιστικό της εμπόριο. Στις «Δημόσιες Αποθήκες Διαμετακομίσεωις» που θεμελιώθηκαν το 1834, συγκεντρώνονταν εμπορεύματα από την Αγγλία, την Τεργέστη, τη Μασσαλία, τη Ρωσία, την Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, το Λιβόρνο της Ιταλίας, τη Μέση Ανατολή, και τις Ινδίες όπου δραστηριοποιούνταν Χίοι έμποροι. Κύριοι συντελεστές της ραγδαίας αυτής ανάπτυξης που επέτρεψε στους ιστορικούς να μιλάνε για το θαύμα της Ερμούπολης, ήταν οι έμπειροι Χιώτες έμποροι για τους οποίους γράφει πολύ ορθά ο Δημήτριος Αθ. Κρίνος σε άρθρο του για το Εμπόριο της Ερμούπολης το 19ο αιώνα: «Στην Ερμούπολη όπου εσημειώθη ο πρώτος σταθμός της αναπτύξεως και συστηματοποιήσεως του ελληνικού εμπορίου και προ της Ανεξαρτησίας, είχαν καταφύγει πολλοί πρόσφυγες, άνθρωποι ανεπτυγμένοι και επιχειρηματικοί, και μάλιστα πολλοί έμποροι Χίοι συνδεδεμένοι με τα λιμάνια και τα εμπορικά κέντρα της Δύσης και της Ανατολής, για να εξασφαλιστούν από την μάχαιραν του προαιώνιου εχθρού, λόγω της «ουδετερότητος» της και της γνωστής γαλλικής προστασίας της νήσου. Η οικονομική κατάστασις των πρσφύγων αυτών, ασυγκρίτως καλύτερα από την υλική και κυρίως την πνευματική κατάσταση των κατοίκων της υπολοίπου χώρας, η συγκέντρωση κεφαλαίων και η αρίστη κατάρτιση των Χίων κυρίως εμπόρων, συνετέλεσαν εις την αλματώδη εμπορική ανάπτυξη της νεοσυστάτου Ερμουπόλεως. Οι Χίοι εγνώριζαν πολύ καλά τις διάφορες αγορές της Ευρώπης, η δε επικοινωνία τους με τους Χίους συναδέλφους και ανταποκριτές τους στην Αγγλία, Γαλλία, Ρωσσία και άλλες ευρωπαϊκές εμπορικές Αγορές, ως και τις παραδουνάβειες, έδωσαν την πρώτη ώθηοη στην δημιουργία του εξωτερικού εμπορίου της Ερμουπόλεως».

Στα πλαίσια του έως τον κριμαϊκό πόλεμο διευρυνόμενου διαμετακομιστικού εμπορίου στην Ερμούπολη, ιδρύθηκε το 1836 το «Εμπορικό Επιμελητήριο». Την ιδία εποχή θεμελιώθηκε ο Φάρος στη βραχονησίδα Δίδυμη και άρχισε η κατασκευή της προκυμαίας που ολοκληρώθηκε επί των ημερών μας. Τα σχέδια εξεπόνησε ο Βαυαρός ERLACHER και εξετέλεσε ο συμπατριώτης του W. VON WEILER. Τα εγκαίνια έγιναν από το βασιλιά Όθωνα το Μάιο του 1850. Από τον ίδιο εγκαινιάστηκε το έργο ισοπέδωσης του Νησακίου και σύζευξής του με την ακτή.

Το 1857 συστήθηκε τριμελής Επιτροπή με πρόεδρο το μηχανικό της Νομαρχίας Κυκλάδων Κ. Πάνο, για την ανοικοδόμηση Τελωνειακού Καταστήματος, Λιμεναρχείου και νέων Αποθηκών στο Νησάκι. Το Τελωνείο, δαπάνης 168.000 δρχ., τελείωσε το 1861. Δίπλα κατασκευάστηκε το κτίριο του Υγειονομείου από το λοχαγό μηχανικού Λ. Γεωργαντά. Με μικρές αλλοιώσεις, τα δύο κτίρια διατηρούν την αρχική τους μορφή. Κτισμένα με λαξευμένες μαρμαρόπετρες, ύψους 0.18-0,27 εκ., εντυπωσιάζουν με τις αρμονικές αναλογίες των δίλοβων και τρίλοβων παραθύρων στον Α' όροφο και των τοξωτών ανοιγμάτων στο ισόγειο. Την πρόσοψη, προς το μέρος της θάλασσας, στηρίζουν πεσοί με κιονοστοιχία πέντε ανοιγμάτων. Οι αίθουσες καλύπτονται με ωραία σταυροθόλια.

Νέα λιμενικά έργα κατασκευάστηκαν τα 1881 με δάνειο 1.200.000 φράγκων από τον τραπεζίτη και βουλευτή Σύρου Στ. Σκουλούδη.

Με την αντικατάσταση της ιστιοφόρου ναυσιπλοΐας από την ατμοκίνητη μεταξύ των ετών 1856 και 1880, τη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου το 1882 και την κατασκευή της πρώτης σιδηροδρομικής γραμμής με αφετηρία τον Πειραιά, άρχισε η παρακμή της Ερμούπολης που συνεχίστηκε με ταχύτερους ρυθμούς κατά το μεσοπόλεμο και τη διάλυση της νηματουργίας - υφαντουργίας στο τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου.

Από την ανωτέρω συνοπτική περιγραφή μπορούμε να συμπεράνουμε τον «συγκυριακό» χαρακτήρα της χρονικά περιορισμένης αλλά εκπληκτικής οικονομικής ανάπτυξης τη Σύρας, που οφειλόταν στους εξής παράγοντες: 

1ον στο ασφαλές φυσικό λιμάνι της με προνομιακή θέση μεταξύ της ευρωπαϊκής και έως το 1922 (καταστροφή της Σμύρνης) μικρασιατικής Ελλάδας.

2ον στην προστασία των καθολικού δόγματος γηγενών Συριανών από τη Γαλλία και στην ουδετερότητά τους κατά την πρώτη πενταετία της Επανάστασης (1821-1825), που εξασφάλιζε στους χιλιάδες στο νησί πρόσφυγες την απρόσκοπτη επίδοσή τους στο εμπόριο. Οι αρχηγοί της Επανάστασης με πρώτο το ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη διεφύλαξαν ως κόρη οφθαλμού την ουδετερότητα του νησιού που τους επέτρεπε την προμήθεια εισαγομένων όπλων για τον αγώνα, ενώ οι ντόπιοι ήταν υποχρεωμένοι λόγω του ειδικού καθεστώτος του νησιού τους, να πληρώνουν διπλούς φόρους στους Τούρκους και στην προσωρινή ελληνική Διοίκηση.

3ον σιην παρουσία πολλών έμπειρων επιχειρηματιών από τη Χίο με διασυνδέσεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Ασίας στις οποίες διατηρούοαν εμπορικές επιχειρήσεις. Από τον Απρίλιο του 1822, το ασφαλές λιμάνι της Σύρας έγινε το κέντρο των εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Αυτοί ήταν οι κύριοι δημιουργοί της εκπληκτικής οικονομικής του άνθησης προς όφελος της Επανάστασης και του εν συνεχεία ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου.

Θα τελειώσουμε με τα γραφόμενα του Λουκά Ράλλη «για τη συγκυρία γύρω από την οποία περιστρέφεται ολόκληρη η ιστορία της πόλης». «Ιδού πόλις γεννηθείσα και αυξήσασα εκ μόνων των περιστάσεων καθώς τα φυσικώς και άνευ της συνεργείας του ανθρώπου γενόμενα δένδρα ... μεγαλυνθείσα εις ολιγοτέρους από τους αναγκαίους διά την εντελή ηλικίαν του ανθρώπου χρόνους» (εις Τ. Αμπελά, Ιστορία της νήσου Σύρου, Ερμούπολις 1870, σελ. 512).

Τη γνώμη του σχολιάζει ο Αντώνης Δ. Σμυρναίος σε πρόσφατη μελέτη με τον τίτλο «Στα ίχνη της ουτοπίας. Το Φιλελληνικόν Παιδαγωγείον Σύρου και η προτεσταντική ομογενοποίηση της οικουμένης κατά το 19ο αιώνα» σελ. 116: «Η έκρηξη της Επανάστασης το 1821 κατ ο τρόμος των τουρκικών αντιποίνων οδήγησε χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες στις Κυκλάδες και ιδιαίτερα στη Σύρο, η οποία απολάμβανε τη γαλλική προστασία για χρονικό διάστημα δύο ήδη αιώνων, λόγω της ρωμαιοκαθολικής κοινότητας του νησιού και εξασφάλιζε έτσι μια ουδετερότητα πολύτιμη και δυσεύρετη μέσα στις τραγικές εκείνες περιστάσεις.

Η επιλογή της Σύρου προκρίθηκε επίσης εξαιτίας της φυσικής ασφάλειας που το λιμάνι της παρείχε, γεγονός που είχε ήδη καταστήσει τη Σύρο κέντρο ναυτιλιακό από την εποχή της Τουρκοκρατίας, και συνετέλεσε κατόπιν αποφασιστικά στην εκπληκτική άνθηση του εμπορίου. Γιατί, εκτός από τους χιλιάδες φτωχούς και καταπονεμένους πρόσφυγες που συνωστίζονταν σε παραπήγματα της παραλίας, και αποζούσαν από την ελεημοσύνη των αυτοχθόνων και της επαναστατικής κυβέρνησης, καθώς και από τις στοιχειώδεις συναλλαγές που ασκούσαν, σ' αυτόν τον «αυθόρμητο οικισμό» προσέρχονταν επίσης πλούσιοι έμποροι, φραγκολεβαντίνοι και Έλληνες της διασποράς, οι οποίοι δοκίμαζαν να αναδιοργανώσουν τα εμπορικά δίκτυα της περιοχής, που είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές από τον πόλεμο. Έφερναν μαζί τους δικά τους κεφάλαια ή δανείζονταν από συγγενείς και συνεργάτες τους στις παροικίες του εξωτερικού και ασκούσαν την τέχνη του εμπορεύεσθαι με οξυδέρκεια και δυναμισμό».

«Από το 1880. η Ερμούπολη πληρώνει ακριβά το γεγονός ότι ήταν χτισμένη σε νησί, δεν είχε δηλαδή ενδοχώρα, πρώτες ύλες. Από τότε, το «κοινόν εμπορείον των Ελλήνων» και «ο οφθαλμός του Αιγαίου» αρχίζει να ξεθωριάζει. Το Συριανό θαύμα βαίνει προς το τέλος του» (Α. Σμυρναίου, Στα ίχνη της ουτοπίας, σελ. 117).


Πηγή κειμένου:
Περιοδικό Συνδέσμου Συριανών, Τεύχη 48, 49, 51 - σελ. 6
Tags: ,

Syros Agenda - Οδηγός ψυχαγωγίας για τη Σύρο

Το Syros Agenda δε φέρει καμία ευθύνη για πιθανή τροποποίηση του προγράμματος. Αν σας άρεσε αυτό που διαβάσατε, διαδώστε το. Ευχαριστούμε! Bookmark and Share Print Friendly and PDF Print Print Friendly and PDF PDF Άδεια Creative Commons

Σχετικά με τα σχόλια

Το syrosagenda.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.