Η γεωγραφία των οσµών στη νεοελληνική πόλη τον 19ο αιώνα

εργοστάσιο Παπαδάμ, Ερμούπολη (1910)

Ζιζή Σαλίμπα
Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου, PARIS I - PANTHEON - SORBONNE

Περίληψη
Η παρούσα εισήγηση έχει ως στόχο την ανάδειξη του τοπίου της νεοελληνικής πόλης με βάση τις κυρίαρχες σ' αυτό οσμές. Αμέσως μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους οι πόλεις μέσα στην ελληνική επικράτεια κατά τη διάρκεια του 19ο αιώνα υπόκεινται σε ουσιαστικές αλλαγές. Μια ολόκληρη διαδικασία καινοτομιών που στηρίζονται στα νέα επιτεύγματα της τεχνολογίας, η ίδρυση εργοστασίων και εργαστηρίων καθώς και η προσαρμογή του περιβάλλοντος χώρου στις απαιτήσεις του πληθυσμού που εισρέει στις πόλεις εγκαθιδρύουν μια νέα γεωγραφία των οσμών. Το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας και του Πειραιά, η Πάτρα και ο Βόλος, πόλεις που χαρακτηρίζονται ως θαλάσσιοι κόμβοι εξαγωγής αγροτικών προϊόντων της ενδοχώρας και η Ερμούπολη της Σύρου, κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου θα χαρτογραφηθούν με βάση τις οσμές που κυριαρχούν στο χώρο τους και στις αναπαραστάσεις τους. Οσμές του λιμανιού, της θάλασσας, των δημόσιων και ιδιωτικών κήπων, των εργοστασίων και των εργαστηρίων, του κέντρου της πόλης, της αγοράς, των νέων συνοικιών όπου στοιβάζονται οι νεοαφιχθέντες κάτοικοι που ελπίζουν να βρουν δουλειά ως χειρώνακτες, των πρώτων προαστίων που αρχίζουν να σχηματίζονται στην πρωτεύουσα. Με βάση το τοπίο των οσμών θα γίνουν αντιληπτές αλλαγές με καταλυτική επίδραση στη λειτουργία της πόλης, όπως η πυρκαγιά, οι ασθένειες και οι επιδημίες. Η εναλλαγή των εποχών σηματοδοτείται στις πόλεις με συγκεκριμένες δραστηριότητες (συγκέντρωση της σταφίδας και του καπνού στις μεγάλες αποθήκες του λιμανιού) οι οποίες επιφέρουν αλλαγές στο αστικό τοπίο των οσμών. Τα κοινωνικά μορφώματα τα οποία δημιουργούνται στην πόλη, οι εργάτες, υπάλληλοι, κεφαλαιούχοι, θα ενταχθούν στο τοπίο των οσμών. Για την καταγραφή των οσμών θεωρήθηκε απαραίτητος ο διαχωρισμός τους στις εξής κατηγορίες: σε αυτές που αποδίδονται στις διαδικασίες εκπολιτισμού και στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, στις φυσικές οσμές (φυτά, ζώα), στις οσμές που προέρχονται από ποτά και τροφές και στις ανθρώπινες οσμές.

Κυρίως κείμενο
Η γεωγραφία των οσμών αποτελεί αντικείμενο της γεωγραφικής ανάλυσης αφού συμβάλλει στην απόδοση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός τόπου. Οι οσμές στηρίζονται στη φυσική, στη χημεία και στη βιολογία και είναι είτε φυσικές, προέρχονται από τη χλωρίδα και την πανίδα, είτε τεχνητές, αποκαλύπτουν την ανθρώπινη παρουσία και παρέμβαση στον περιβάλλοντα χώρο (Dulau and Pitte, 1998).

Η εργασία αυτή έχει ως στόχο την ανάδειξη του τοπίου της νεοελληνικής πόλης κατά τον 19ο αιώνα με βάση τις κυρίαρχες οσμές. Η κάθε πόλη έχει το δικό της οσφρητικό τοπίο (smellscape) που καθορίζεται από χαρακτηριστικές μυρωδιές. Πρόκειται για συλλογικές μυρωδιές που χαράζουν τα όρια της πόλης, της περιοχής, της γειτονιάς. Απαρτίζονται από τη μυρωδιά των κατοίκων, των ζώων, των υλικών δόμησης των σπιτιών, των δέντρων, των λουλουδιών, των αρωματικών φυτών.



Στον ελληνικό χώρο, οι πόλεις αρχίζουν να παρουσιάζουν δημογραφική ανάπτυξη αμέσως μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Μέσα από τα ιστορικά τεκμήρια, τις αρχειακές πηγές, τον τύπο, τα κείμενα των περιηγητών, τη λογοτεχνία ακόμη και τις έρευνες για τις συνθήκες ζωής των κατοίκων που περιέχονται στις εφημερίδες του 19ου αιώνα, μπορεί κανείς να καταγράψει το σύνολο των οσμών των νεοελληνικών πόλεων που ενυπάρχουν στον δημόσιο χώρο. Η χαρτογράφηση των οσμών φανερώνει την κοινωνική συγκρότηση της πόλης. Οι μυρωδιές είναι παράγωγα της ανθρώπινης δραστηριότητας, αναδύονται από τα φουγάρα των εργοστασίων και τα λύματα. Οι μυρωδιές εκλύονται από τα σκουπίδια, τα οποία προδίδουν τις διατροφικές συνήθειες που είναι διαφορετικές για την κάθε κοινωνική τάξη. Είναι φανερό ότι εύκολα μπορεί να ανιχνευθεί η ανθρώπινη δραστηριότητα από τη μυρωδιά των εργοστασίων, των προϊόντων που μεταφέρονται για κατεργασία ή πακετάρονται για να εξαχθούν σε άλλους τόπους (Classen, Howes, Synnott, 1994). Η Ερμούπολη της Σύρου, ως κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου, αποτελεί στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα το κυριότερο αστικό κέντρο. Η μυρωδιά των σιτηρών που βρίσκονται στις τεράστιες αποθήκες της, στην προβλήτα του λιμανιού, έτοιμα για να φορτωθούν στα πλοία με προορισμό τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, είναι χαρακτηριστική για τους ανθρώπους που συχνάζουν στο λιμάνι κατά τον 19ου αιώνα. Λίγο πιο πέρα έξω από την Ερμούπολη το καμένο ξύλο και η πίσσα προδίδει την ύπαρξη των ταρσανάδων. Το φαινόμενο της συγκέντρωσης του πληθυσμού στις πόλεις παίρνει μεγάλες διαστάσεις στο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας και του Πειραιά. Οι μεγάλοι δρόμοι της Αθήνας, για τους οποίους είναι τόσο περήφανοι οι κάτοικοί της έχουν διαποτιστεί από μια χαρακτηριστική μυρωδιά κατά τη διάρκεια της άνοιξης από τα άνθη των πορτοκαλιών και των νεραντζιών. Στα υπαίθρια ζαχαροπλαστεία και τα καφενεία η μυρωδιά της μαστίχας και των αμυγδαλωτών αρωμάτιζε την ατμόσφαιρα. Στην οδό Πειραιώς που συνδέει την Αθήνα με τον Πειραιά η μια μυρωδιά διαδέχεται την άλλη, γιατί στην περιοχή βρίσκονται συγκεντρωμένα τα περισσότερα εργοστάσια και εργαστήρια κατεργασίας τροφίμων. Το άμυλο, το κυριότερο συστατικό των τροφίμων, βγάζει μια μυρωδιά γλυκιά που διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κάτοικοι της περιοχής θυμούνται την άφθονη μυρωδιά της σοκολάτας, που έβγαινε από το εργοστάσιο σοκολατοποιίας Παυλίδη και πλημμύριζε τα ρουθούνια τους. Στο κέντρο του Πειραιά τα εργαστήρια χαλβαδοποιϊας και τα καφεκοπτεία ανέδυαν ένα μπουκέτο από ξωτικά αρώματα από σουσάμι, βανίλια, καφέ. (Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1821-1921, 1925). Στην Πάτρα την εποχή που συγκεντρωνόταν η σταφίδα στις αποθήκες μύριζε ολόκληρη η πόλη από τα λινά τσουβάλια που ήταν νοτισμένα από το άρωμά της. Το εργοστάσιο ζυθοποιίας Πέτρου Λ. Μάμου παρόλο που βρισκόταν στις παρυφές της πόλης ανέδυε τη χαρακτηριστική οσμή που προέρχεται από τη ζύμωση του κριθαριού. Τα εργοστάσια τσιγάρων και οι καπναποθήκες του Βόλου ποτίζουν την ατμόσφαιρα με τη μυρωδιά του καπνού. (Xαριτάκης, 1927). Στη βόρεια Πελοπόννησο το άρωμα από τα πρώτα λευκόσαρκα ροδάκινα σημαίνει την έναρξη του καλοκαιριού. Στη Λέσβο η μυρωδιά του λαδιού που βγαίνει σε αφθονία από τα ελαιοτριβεία των χωριών, το γλυκερό άρωμα του μάραθου και το οξύ της ρίγανης κυριαρχούν στο νησί.

Οι οσμές δεν συνδέονται μόνο με τον χώρο αλλά και με τον χρόνο. 

Οι ευχάριστες μυρωδιές συνδέονται με τις ημέρες της αργίες τις Κυριακές, τις γιορτές και τις διακοπές. Ο Εθνικός Κήπος αποτελεί μια όαση, μια νησίδα ευχάριστων οσμών στο τοπίο της Αθήνας με όλα αυτά τα οπωροφόρα δέντρα και τα αρωματικά φυτά. Ο δροσερός αέρας της θάλασσας που απολαμβάνουν οι κάτοικοι του συγκροτήματος της πρωτεύουσας στο Φάληρο, κάνοντας τον περίπατό τους, παραπέμπει στην κατανόηση της έννοιας του ελεύθερου χρόνου και στην ανάπτυξη του τουρισμού.

Στα τεκμήρια του 19ου αιώνα τα αισθήματα που προκαλούν οι οσμές είναι αντιφατικά. Από τη μια προκαλούν νοσταλγία. Μια νοσταλγία που λειτουργεί πολλαπλασιαστικά και θραυσματικά στη μνήμη, συμβάλλοντας στην ανασύνθεση του αστικού χώρου. Είναι φανερό ότι η όσφρηση των νεοαφιχθέντων κατοίκων εμπλουτίζεται από τις πρωτόγνωρες μυρωδιές του αστικού χώρου και προκαλεί νοσταλγία για τον τόπο που εγκατέλειψαν. Οι μυρωδιές της πόλης μέσω των προϊόντων -σιτηρά, καπνός, σταφίδα, ελιές, φρούτα- που καταφθάνουν από την ενδοχώρα εναρμονίζονται πλήρως με αυτές του αγροτικού χώρου. Όμως, από την άλλη, ολόκληρος ο 19ος αιώνας δαιμονοποιεί τις οσμές.

Όπως και στην Ευρώπη, έτσι και στην Ελλάδα ο συνωστισμός των ανθρώπων στις πόλεις, που πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, τρομοκρατεί τους ευαισθητοποιημένους κοινωνικά λόγιους και αναλυτές της εποχής. Οι ασθένειες αποτελούν τμήμα της κοινωνικής πραγματικότητας και οι επιδημίες αφανίζουν τους κατοίκους της νεοελληνικής πόλης. Το 1854 η χολέρα αποδεκατίζει τους κατοίκους της Αθήνας και του Πειραιά (Δραγούμης, 1973). Η θεωρία των μιασμάτων επικρατεί: κάθε τι που μυρίζει άσχημα είναι επικίνδυνο και θανατηφόρο. Η δυσωδία, η αποφορά των απορριμμάτων, η έλλειψη νερού θεωρούνται ως κύριοι υπεύθυνοι για την εξάπλωση της χολέρας, του τύφου, της ελονοσίας, που μάστιζαν τον πληθυσμό (Pinol, 2000).

Σύμφωνα με τις επικρατούσες αντιλήψεις η μαγική συνταγή για την εξάλειψη των οσμών και των ασθενειών που απορρέουν από αυτές βρίσκεται στο νόημα των λέξεων: λιθοστρώνω, αποστραγγίζω, αερίζω (Corbin, 1982).

Ακολουθώντας τις δυτικοευρωπαϊκές αντιλήψεις οι ελληνικές εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής αποτυπώνουν με εξαίρετο τρόπο το τοπίο των «επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία» οσμών στις νεοελληνικές πόλεις. Μέσα από τις στήλες τους γίνονται και οι πρώτες προσπάθειες για υγειονομική μεταρρύθμιση και για τη θέσπιση και τη διάδοση των κανόνων υγιεινής στους κατοίκους. Ο Εμμανουήλ Ροίδης, ως δημοσιογράφος από τις εφημερίδες Εφημερίς και Εστία, διαπραγματεύεται το σοβαρό πρόβλημα της έλλειψης των υγειονομικών κανόνων στην ελληνική πρωτεύουσα, αποτυπώνοντας με το γνωστό λεπτό ειρωνικό ύφος του το αθηναϊκό τοπίο των οσμών λίγο πριν και λίγο μετά τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες (Ροίδης., επανεκδ. 1995):

Λίγα βήματα από την πλατεία Συντάγματος στη διασταύρωση των οδών Βουλής και Μητροπόλεως «... εξακολουθεί να χαίνη λάκκος πλήρης ακαθάρτου υγρού, το οποίον ουδέποτε κατώρθωσαν αι ηλιακαί ακτίνες ν'απορροφήσουν εντελώς. Η βροχή τον μεταβάλλει εις κίτρινον ποταμόν και εις πράσινον έλος η ανομβρία..».

το λιμάνι της Ερμούπολης
Στο ίδιο κείμενο η περιγραφή της οδού Βουλής είναι αποκαλυπτική: «.Ευθύς μετά την υπέρβασιν του τέλματος αναγκάζεται ο διαβάτης, όχι μόνον να καταβή του πεζοδρομίου, αλλά και να προχωρήση προς ανεύρεσιν στενής διόδου εις το μέσον ακριβώς του δρόμου, δια τον λόγον ότι ο λαχανοπώλης, υπό την πρόφασιν ότι είναι το πεζοδρόμιον στενόν, έκρινε πρέπον να καταλάβη και ικανόν μέρος του πλάτους της οδού με στάμνας, κοφίνια απορριμάτων, σκαμνιά Την κατοχήν (του πεζοδρομίου) συνεχίζει ο κρεοπώλης, του οποίου τα υπαίθρια άγκιστρα απειλούσι τους οφθαλμούς του διαβάτου, όταν δεν κρέμανται εξ αυτών νεόσφακτα πρόβατα με την κεφαλήν προς τα κάτω, σκεπασμένην υπό της αναστρόφου και συρομένης επί του εδάφους αιμοσταγούς προβειάς. Άλλα πρόβατα εκδέρονται εντός του σφαγείου ή αναμένουν οικτρώς βελάζοντα να έλθη η σειρά των. Κατά γης έντερα και κοιλίαι και περί αυτάς ημερωμένοι κόρακες και τρία βδελυρά χασαπόσκυλλα του είδους των βουλδόγων, βάφοντα εις τενάγη αίματος την μαύρην των μύτην. Τα έντερα και ας κοιλίας διαδέχονται τα καζάνια και οι τεντζεράδες ανωνύμου γανωματή...... Στην οδό Βουλής υπήρχαν και δύο παραπήγματα χωρίς παράθυρα με κλειστή πόρτα τα οποία ανέδυαν αποφορά από ορνιθώνα, γιατί μέσα ο κρεοπώλης της γειτονιάς έκρυβε σμήνη από περιστέρια, κότες, γάλλους, χήνες και κουνέλια των οποίων σύμφωνα με τον συγγραφέα «η κόπρος συλλεγομένη δια ξύστρου και πτύου εστοιβάζετο εντός κοφίνων. Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, την οσμήν ορνιθώνος διεδέχθη άλλου είδους αποφορά, βαρεία, λοιμώδης, αυτόχρημα πτωματική, προερχομένη εκ της αποθηκεύσεως εις το χάρβαλον εκείνο ολοκλήρου φορτίου δερμάτων κακογδαρμένων, ως φαίνεται αρνίων. Το μόνον και κάπως αμφίβολον της νέας ταύτης οσμής πλεονέκτημα ήτο ότι απέπνιξεν επί τινα καιόν πάσας τας άλλας, και αυτά ακόμη του γειτονικού μαγειρείου, τα τσιγαριστά και τα τηγανίσματα σηκοτίων...». Παρά την αποφορά η οδός Βουλής κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού μεταβάλλεται σε υπαίθριο υπνωτήριο όπου όταν οι Πλακιώτες ξυπνούν «νίπτουν ανά τρεις και τέσσαρες τας χείρας και το πρόσωπον εις το αυτό μαστέλλον... ».

Όλο αυτό το μίγμα των οσμών από σφαγεία, γύφτικα, κοτέτσια, ζωοστάσια και υπαίθρια υπνωτήρια επικρατεί σε μια από τις κεντρικότερες οδούς της Αθήνας. Στο τοπίο αυτό η γεωγραφία των οσμών μας οδηγεί σε μια πολιτισμική γεωγραφία των αντιλήψεων. Στο δρόμο αυτό κατοικούν και κυκλοφορούν δικηγόροι, γιατροί, ανώτατοι δικαστικοί, έμποροι και υπάλληλοι των υπουργείων. Είναι αυτοί που συνθέτουν τα αστικά στρώματα της αθηναϊκής κοινωνίας. Αυτοί που θέλουν με κάθε τρόπο να ξεπλύνουν από τη μνήμη τους το πρόσφατο οθωμανικό παρελθόν για να εστερνισθούν τα δυτικά ευρωπαϊκά πρότυπα (Σαλίμπα, 2000).

Νέα πρόσωπα, νέες κατοικίες, νέα ρούχα σε μια πρωτεύουσα που εξευρωπαΐζεται. Όμως οι συνήθειες και οι αντιλήψεις του πρόσφατου αγροτικού παρελθόντος δύσκολα εξαλείφονται από το συλλογικό ασυνείδητο. Οι μυρωδιές των κατοικίδιων ζώων τους είναι οικείες και αγαπημένες. Γιατί ο στάβλος βρίσκεται συνήθως στο ισόγειο του σπιτιού, γιατί το κοτέτσι είναι στον κήπο, γιατί το γουρούνι περνάει όλη την ημέρα του παχαίνοντας στον λάκκο της αυλής. Πώς λοιπόν οι άνθρωποι αυτοί, οι νεοφερμένοι της πόλης, να ενοχληθούν από τις οσμές και την αποφορά των ζώων, όταν τρώνε ή εμπορεύονται τα ζώα τους, ενώ ταυτόχρονα εκμεταλλεύονται και την κοπριά τους ως λίπασμα για τα χωράφια τους; Γιατί να αλλάξουν οι νεοφερμένοι στην πόλη γούστα και προτιμήσεις για τις οσμές, όταν το μόνο που έχει αλλάξει από τις συνήθειές τους είναι ότι τα ζώα δεν τα σφάζουν οι ίδιοι αλλά ο κρεοπώλης και ότι η κοπριά δεν χρησιμεύει για τα χωράφια τους αλλά συγκεντρώνεται για να πουληθεί αργότερα στα βυρσοδεψία, αφού χρησιμεύει για την κατεργασία του δέρματος. Είναι αξιοσημείωτο ότι ακόμα και στη δεκαετία του '50 στις ελληνικές πόλεις πολλά σπίτια διέθεταν στην αυλή κοτέτσι, ακόμα και όταν εξέλειπε η αυλή το κοτέτσι υπήρχε στις ταράτσες, που χρησίμευαν και ως κοιμητήρια κατά τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες.

Η αγορά της Ερμούπολης (1890)
Φωτο: Aymar Eugène de La Baume Pluvinel

Η κατανομή του χώρου σε δημόσιο και σε ιδιωτικό, η έννοια του κοινόχρηστου χώρου δεν έχει γίνει ακόμα συνείδηση στους κατοίκους της πόλης. Από τους εμπόρους γίνεται μια ξέφρενη οικειοποίηση του δημόσιου χώρου, αφού αραδιάζουν τα εμπορεύματά τους τρόφιμα, λαχανικά αλλά και κρέατα και πουλερικά στο πεζοδρόμιο, που προορίζεται για τους διαβάτες. Αλλά και οι κάτοικοι χρησιμοποιούν το πεζοδρόμιο για να κοιμούνται το καλοκαίρι, αψηφώντας τις μυρωδιές, τις μύγες και τα κουνούπια, μεταφέροντας τα σκεπάσματα και τα στρώματά τους από το σπίτι τους.

Ο ιδιωτικός χώρος, που απαρτίζεται από το σπίτι, διατηρείται καθαρός χάριν στις προσπάθειες των γυναικών της οικογένειας. Ο Henri Belle, ένας περιηγητής που βρίσκεται στην Αθήνα περιγράφει με ειδυλλιακά χρώματα το τοπίο των οσμών στο ιδιωτικό χώρο της κατοικίας: «... Σχεδόν κάθε οικογένεια έχει το δικό της σπίτι, πολύ συχνά χωρισμένο από τα διπλανά με κήπο ή αυλή γεμάτη πορτοκαλιές, ροδοδάφνες ή αιγοκλήματα. Στο εσωτερικό τα δωμάτια είναι μεγάλα, ψηλοτάβανα και ευάερα..».

Όμως, από το κατώφλι του σπιτιού νοικοκυρά και υπηρέτριες διατηρούν το δικαίωμα να πετούν τα σκουπίδια και να αδειάζουν τα δοχεία νυκτός. Η έννοια του κοινόχρηστου δημόσιου χώρου όπως είναι το πεζοδρόμιο, που είναι συνυφασμένη με τη ρυμοτομία της σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής πόλης δεν έχει ακόμη γίνει συνείδηση στις αντιλήψεις και συμπεριφορές των κατοίκων της αθηναϊκής πρωτεύουσας.

Η εικόνα της κεντρικής αγοράς της Αθήνας με τα 30 κρεοπωλεία που λειτουργούν εκεί, είναι επίσης άθλια. Επειδή μόνο τα βόδια σφάζονται στα σφαγεία όλα τα υπόλοιπα μικρότερα ζώα σφάζονται στους χώρους των κρεοπωλείων της αγοράς. Το χειμώνα με τον κρύο αέρα η κατάσταση είναι υποφερτή, το καλοκαίρι εξαιτίας της έλλειψης του νερού η δυσωδία είναι ανυπόφορη. Η μυρωδιά του λιωμένου λίπους που προορίζεται για λίπασμα των μηχανών στα εργοστάσια, των εντοσθίων που θα αλεθούν στη μηχανή για να γίνουν αλλαντικά, και του αίματος είναι ανυπόφορες. Δίπλα από την κεντρική αγορά αρχίζει να σχηματίζεται ο δρόμος των μπαχαρικών και των αρωματικών φυτών, πρόκειται για το κάτω από την οδό Αθηνάς μέρος της οδού Αριστείδου. Μαγαζιά που πωλούν, κανέλλα, καφέ, τσάι, γαρύφαλλα, βανίλια, πιπέρι, κύμινο και κάθε λογής μπαχαρικό συμβάλλουν στη δημιουργία μιας εξωτικής ατμόσφαιρας στην καρδιά της Αθήνας.

Ένα από τα κυριότερα προβλήματα των κεντρικών οδών της Αθήνας και του Πειραιά ήταν οι υπόνομοι, στις οδούς Αθηνάς και Σταδίου στην Αθήνα στη λεωφόρο Σωκράτους στα Υδραίϊκα στον Πειραιά λιμνάζουν οι ακαθαρσίες χωρίς ποτέ να πλένονται εξαιτίας της έλλειψης του νερού. Επίσης πολλοί από τους υπονόμους δεν είχαν καθόλου επιστόμια με αποτέλεσμα η δυσωδία να διαχέεται παντού.

Στο λιμάνι του Πειραιά οι κάτοικοι της περιοχής καταλάβαιναν την κατεύθυνση του ανέμου από τις οσμές του λιμανιού. Όταν φυσούσε νοτιάς ο αέρας ήταν πνιγηρός, μύριζε σάπιο από την υγρασία ξύλο, μύριζε μαγειρικό λίπος από τα μαγερειά των πλοίων. Ο Μιχαήλ Μητσάκης στο διήγημα «στο βαπόρι», το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1895 βαπτίζει τη μυρωδιά αυτή την καταγράφει ως «βαπορίλα». Η ξεχωριστή μυρωδιά της βαπορίλας «άγχουσα το στήθος, πνίγουσα τον λάρυγγα, σκορπισμένη πανταχού, αναπεμπομένη από όλους του κρυφίους πόρους του βαποριού» είναι «μήτηρ της αηδίας και γεννήτρια εμετού» (Μητσάκης, 1988).

Μια σοβαρή εστία ακαθαρσίας και βρώμας είναι τα δημόσια ανδρικά ουρητήρια και αφοδευτήρια. Στην Τρούμπα, στον Πειραιά τα ρείθρα τους βρίσκονται σε κατάσταση σήψης και αποσύνθεσης,. Σκεπάζονται από σύννεφα μύγες που παραπέμπουν σε ασθένειες όπως είναι η χολέρα, η λέπρα και η ευλογιά. Τα ουρητήρια δεν καθαρίζονται ποτέ, είναι υπαίθρια και χωρίς επιστάτη, αφημένα εντελώς στη φιλοτιμία των πελατών τους (Σαλίμπα, 2000). Η δυσοσμία, η βρώμα συνδέεται με την ανηθικότητα, την ηθική διαφθορά και την πορνεία, αφού στην περιοχή αυτή στεγάζονται τα πορνεία της πόλης. Ο φιλόσοφος Φρ. Νίτσε στο βιβλίο του «Γενεαλογία της Ηθικής» δίνει την ερμηνεία της λέξης «κακός», με την έννοια της κοινωνικής τάξης, συνδέοντας ετυμολογικά την έννοια του κακού-malus με το βρώμικο- μέλας (Νίτσε, 1970). Οι λαϊκές συνοικίες των ελληνικών πόλεων εκεί που συχνάζουν οι εργατικοί, οι ζητιάνοι, οι απόκληροι, οι περιθωριακοί είναι αυτές που αναδύουν βρώμα και σαπίλα μέσα από τα ιστορικά τεκμήρια.

Από τις εφημερίδες ΑΣΤΥ και ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ γίνονται εκκλήσεις στις επιτροπές της υγείας που αρχίζουν να ιδρύονται στις μεγάλες πόλεις για εκμετάλλευση του νερού της θάλασσας. Η σκόνη στους δρόμους είναι αφόρητη. Οι οδοστρωτήρες των δήμων σπάνια περνάνε από τις οδούς. Η αποκομιδή των σκουπιδιών δεν γίνεται κατά τακτικά διαστήματα από τα κάρα του δήμου. Οι στάβλοι σπανίως απολυμαίνονται (Σαλίμπα, 2000).

Λαμβάνοντας υπόψη τη χαρτογράφηση των οσμών, τα εργατικά στρώματα της πόλης κατοικούν, παρά τη θέλησή τους σε περιοχές βρώμικες και μολυσμένες (Λεοντίδου 1989). Στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας, του Πειραιά και της Ερμούπολης. Στο Βαθρακονήσι, στη Βάθεια στην Αθήνα, στις Λεύκες και στα Καμίνια στον Πειραιά, στα Ψαρριανά, στα Βρυσαράκια και στην περιοχή γύρω από το τελωνείο στην Ερμούπολη, η βρώμα είναι αφόρητη. Ο κόσμος βοά κατά του κονιορτού, της λάσπης, των λάκκων και της δυσωδίας, Ασθένειες και επιδημίες όπως η ελονοσία και ο τύφος, οι οποίες αποδίδονται στην έλλειψη και αμάθεια των καταλλήλων συνθηκών υγιεινής και καθαριότητας πλήττουν τους φτωχούς κατοίκους των πόλεων. Η μυρωδιά της μούχλας χτυπάει στα ρουθούνια. Η ευλογιά στο τελευταίο μισό του 19ου αιώνα βρίσκεται δυο φορές σε έξαρση στα 1883 και στα 1899, ενώ ο τύφος αποδεκατίζει τους κατοίκους.

Οι οσμές που δημιουργούνται από τη λειτουργία των εργοστασίων είναι χαρακτηριστικές.

Εικόνα πλήρους αθλιότητας επικρατεί και στις κατοικίες που βρίσκονται κοντά στα εργοστάσια του Πειραιά και της Ερμούπολης. Από τα βυρσοδεψεία διαχέεται αφόρητη βρώμα και δημιουργούνται εστίες μολύνσεως από τα αίματα και τα δέρματα και τις κοπριές που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη. Οι μικρές δεξαμενές των βυρσοδεψείων όταν αυτά δεν βρίσκονται σε πλήρη λειτουργία μετατρέπονται σε επικίνδυνα για την υγεία έλη. Επίσης, στα κεραμουργεία δημιουργούνται ελώδεις εστίες από τα στάσιμα νερά. Στα βαφεία τα λύματα είναι εξίσου επικίνδυνα (Σύλλογος Υγιεινής Σύρου, 1921). Εξαίρεση στη βιομηχανική δυσωδία, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, αποτελούν τα εργοστάσια κατεργασίας τροφίμων που αναδίδουν μια ευχάριστη μυρωδιά για τους περίοικους.

Ασφαλώς ο ρυπαρός μπακάλης, ο χασάπης, ο μάγειρας, οι υπαίθριοι κοπριστές δεν είναι οι μόνοι που ευθύνονται. Πίσω από τους υπαλλήλους του δήμου και τους αστυφύλακες που ασκούν πλημμελώς τα καθήκοντά τους βρίσκεται ο βουλευτής ο οποίος δένει τα χέρια της αστυνομίας ενώ ταυτοχρόνως σύμφωνα με τον Εμμ. Ροίδη παρέχει «ως βδελυρόν ρουσφέτι εις τους προστατευομένους του, απεριόριστον άδειαν δηλητηριάσεως». Ετσι, παρά τον θόρυβο που ξεσπά μέσα από τις εφημερίδες, παρά τη σύσταση επιτροπών και υποεπιτροπών υπέρ της καθαριότητας για τη θέσπιση και τήρηση των κανόνων υγιεινής το τοπίο παραμένει το ίδιο (Ροίδης., επανεκδ. 1995). Οι πολιτικές αρχές των πόλεων σιωπούν για τον έλεγχο των συνθηκών υγιεινής.

Επίσης, από τις εφημερίδες γίνονται εκκλήσεις για να ληφθεί μέριμνα για τον τακτικό αερισμό των κοινόχρηστων χώρων όπως είναι τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα καφενεία, οι στρατώνες και οι φυλακές. Η δυνατή ιδιάζουσα οσμή της «στρατιωτίλας» ξεχύνεται πνιγηρά από αυτούς τους χώρους.
Γεγονότα που αλλάζουν απότομα τον περιβάλλοντα χώρο όπως η πυρκαγιά, η χαρακτηριστική οσμή του καμένου ξύλου, γίνονται αμέσως αντιληπτά από την έντονη οσμή που αποπνέουν. Όταν στο τέλος του αιώνα μια μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε το Κεντρικό Κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, ο τύπος σχολιάζει την έντονη μυρωδιά που εξαπλώθηκε στην πόλη. Η μυρωδιά των καμένων ρούχων, των επίπλων και των προσωπικών αντικειμένων αυτών που προσβλήθηκαν από ασθένειες όπως η φυματίωση και η χολέρα είναι χαρακτηριστική στις ελληνικές πόλεις τον 19ο αιώνα.

Οι οσμές καθιστούν αισθητή τη διαφορά των κοινωνικών τάξεων στο τοπίο της νεοελληνικής πόλης. Για την ελληνική κοινωνία η εξάλειψη των οσμών, της δυσωδίας, η αποκατάσταση της καθαριότητας αποτελεί σημάδι ευημερίας, υγείας και πολιτισμού. Η καθαριότητα ακολουθεί διαβαθμίσεις: από τον δρόμο στην κατοικία και από την κατοικία στο ανθρώπινο σώμα (Vigarello, 1991). Τα κυρίαρχα κοινωνικά στρώματα διαθέτουν τα χρήματα για να δημιουργήσουν την κατάλληλη υποδομή: δυνατότητα επιλογής του τόπου της κατοικίας τους, τρεχούμενο νερό, εξοπλισμό, σαπούνι και ρούχα και συνήθειες καλής αγωγής. Τα εργατικά στρώματα κτίζουν την κατοικία τους συνήθως δίπλα στον τόπο εργασίας τους, το εργοστάσιο, το εργαστήριο, το λιμάνι δίπλα στα λύματα, αναγνωρίζονται από τον ιδρώτα, τη μυρωδιά του σκόρδου και των ντρίλινων ρούχων (Σαλίμπα, 2002).

Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός, να γίνουν οι ανακαλύψεις του Παστέρ, να γίνει αποδεκτή η θεωρία των μικροβίων από τους γιατρούς και τους υγιεινιστές στην αρχή και κατόπιν από την κοινωνία, ώστε να πάψει η δυσοσμία να αντιμετωπίζεται ως σύμπτωμα ασθένειας.

Στο κατώφλι του 20ου αιώνα η συζήτηση για τη διάδοση των κανόνων υγιεινής, για την πρόληψη των ασθενειών δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οδηγεί στην εξάλειψη των οσμών. Σύμφωνα με τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα ο 20ος αιώνας επιβάλλει την αποστείρωση, την απόσμωση, τη χρήση εξαεριστήρων για τους χώρους και αποσμητικών για το σώμα.

Η γεωγραφία των οσμών μπορεί να αποτελέσει το προνομιακό πεδίο συνάντησης ιστορικών και γεωγράφων. Η χαρτογράφηση των οσμών με εργαλεία τις ιστορικές πηγές, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τις αφηγήσεις των περιηγητών, τις καταγραφές των γεωγράφων, τις προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων της πόλης, θα συμβάλλει σε μια πρωτοποριακή αποτύπωση του ιστορικού χώρου στο εργαστήρι του ιστορικού χρόνου.


Βιβλιογραφία:
  • Bell H., 1993: Ταξίδι στην Ελλάδα 1861-1874, μτφρ. Λίνα Σταματιάδη, Α'Μέρος, Αθήνα.
  • Δραγούμης Ν., 1876: Ιστορικαί Αναμνήσεις (1876), τ. Β', (επιμ. Αλκης Αγγέλου), Αθήνα.
  • Λεοντίδου Λ., 1989: Πόλεις της Σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909-1940, Αθήνα.
  • Μητσάκης Μ., επανεκδ. 1988: Στο βαπόρι, επανεκδ. στο Πεζογραφήματα, Αθήνα.
  • Νίτσε Φρ., επανεκδ.1970: Γενεαλογία της ηθικής, Οι δίθύραμβοι του Διονύσου, Αθήνα.
  • Πανελλήνιον Λεύκωμα Εθνικής Εκατονταετηρίδος 1821-1921, 1925: τ.Β1, Βιομηχανία- Εμπόριο,
  • Pinol J., 2000: Ο κόσμος των πόλεων κατά τον 19ο αιώνα, μτφρ. Ιωάννα Δουράμπεη-Εφη Κάννερ, Αθήνα.
  • Ροίδης Εμμ., επανεκδ. 1995: Αθηναϊκοί περίπατοι, Περίπατοι εις τας Αθήνας β', Περίπατοι εις τας Αθήνας γ', επανέκδοση στο Αφηγηματικά κείμενα, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα.
  • Σαλίμπα Z., 2002: Γυναίκες εργάτριες στην ελληνική βιομηχανία και στη βιοτεχνία (1870-1922). Εκδόσεις Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Αθήνα.
  • Σαλίμπα Ζ., 2000: Από τους φόβους της πόλης: άμυνα και στρατηγικές επιβίωσης των νεήλυδων στην ελληνική πόλη κατά τον 19ο αιώνα, Οι συλλογικοί φόβοι στην Ιστορία, Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, Αθήνα., 75-91.
  • Σύλλογος Υγιεινής Σύρου, 1921: Τα πεπραγμένα κατά το 1920, Ερμούπολη, Σύρος.
  • Xαριτάκης Γ., 1927: Η ελληνική βιομηχανία (βιομηχανία-μεταλλεία-εργασία), Αθήνα.
  • Classen C., D. Howes, A. Synnott, 1994: Aroma. The cultural history of smell, Routledge, London.
  • Corbin A., 1982: Le miasme et la jonquille. L'odorat et l'imaginaire social, XVIIIème- XIXème siècles, Aubier, Paris.
  • Dulau R., J.R. Pitte, 1998: Géographie des odeurs, l' Harmattan, Paris.
  • Vigarello G., 1991: Le propre et le sale. L' hygiène du corps depuis le Moyen Age, Paris.
Tags: ,

Syros Agenda - Οδηγός ψυχαγωγίας για τη Σύρο

Το Syros Agenda δε φέρει καμία ευθύνη για πιθανή τροποποίηση του προγράμματος. Αν σας άρεσε αυτό που διαβάσατε, διαδώστε το. Ευχαριστούμε! Bookmark and Share Print Friendly and PDF Print Print Friendly and PDF PDF Άδεια Creative Commons

Σχετικά με τα σχόλια

Το syrosagenda.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.