Nόστος (για τη Σύρο), του Νίκου Βασιλειάδη



Ο νόστος έχει ήδη αρματώσει το καράβι της φαντασίας, αρματωμένο πανέτοιμο καρτερά την μεγαλοσύνη σου για να σαλπάρει… Στα δάχτυλα της μνήμης, του νόστου, της φαντασίας, τελικά παραδίνομαι οικιοθελώς… ταξιδεύω!

Πλησιάζοντας µε το καράβι στη Σύρο το βαπόρι να χαιρετά το εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου με 3 σφυρίγματα και ο παπάς της εκκλησιάς να ανταποδίδει με το χτύπημα της καμπάνας για να πει το καλώς όρισες και καλό ταξίδι.

Ύστερα μπροστά στα μάτια αποκαλύπτονται τα εντυπωσιακά σπίτια που κρέμονται στους βράχους στα Βαπόρια, με φόντο τον γαλάζιο τρούλο του Αγίου Νικολάου, η εκκλησιά που έχτισαν οι ναυτικοί.

Αριστερά η Άνω Σύρος με την καθολική εκκλησιά, τον επιβλητικό Σαν Τζώρτζη, και δεξιά η Ερμούπολη με την ορθόδοξη.

Η πρώτη αυτή ματιά που αποκαλύπτει το μεγαλείο και τη γοητεία μιας παλιάς αριστοκράτισσας, μιας γυναίκας, κομψής και εκλεπτυσμένης.

Τα καλοκαίρια στον συνοικισμό, κάτω ακριβώς από τον Σαν Σεμπαστιά στο σπίτι της γιαγιάς, πρόσφυγα από την Μικρασία, στο κατάλευκο σπίτι με τα γαλάζια παντζούρια.

Έτσι έζησα τα παιδικά, εφηβικά και πρώιμα νεανικά καλοκαίρια μου τη Σύρα μέχρι που τελείωσα το Γυμνάσιο και για περισσότερα από δέκα χρόνια την απαρνήθηκα. Με είχαν ξελογιάσει άλλοι τόποι.

Όμως έρχεται πάντα η στιγμή που γυρνάς στον τόπο σου, στο παιδικό σου όνειρο, ψάχνοντας τις μνήμες ανακατωμένες με εικόνες και αρώματα να σου θυμίζουν την περασμένη σου ευτυχία. Ο κόσμος των αισθητικών πραγμάτων, η αναγκαία περιπέτεια της ζωής, όμως, εκεί που γεννήθηκαν τα ωραία και καλά. Τα χρόνια της ανεμελιάς με ψήγματα ευτυχίας και κουκούτσια από καρπούζι και τα σπίτια της εξοχής.

Βεράντες με τζαμαρίες, ξύλινα βαριά τραπέζια με πλαστικά τραπεζομάντιλα γεμάτα σχέδια-φρούτα, οι κρυφές εξορμήσεις στο στεγνό ρέμα μέσα στο τούρκικο γκρεμισμένο χαμάμ με τις παιδικές φαντασίες για τον κρυμμένο θησαυρό του αγά, τα πηγάδια με τις πέτρινες κολόνες. Παρτέρια με βοκαμβίλιες, η μεσημεριανή σιωπή.

Στην κλειστή μεγάλη κάμαρα να ευωδιάζει το ξύλο των πατώματος, των παλιών επίπλων. Στο μαντρότοιχο το θεριεμένο αγιόκλημα, λίγες μπιγόνιες, ένα φούλι και κάθε πρωί κάποια Ελπίδα ή Σπεράντσα να επιμένει να τα ποτίζει.

Τα απογεύματα που τρύπωνα μέσα στην μισοσκότεινη εκκλησιά του Σαν Σεμπαστιά και βούλιαζα στα στασίδια της ρωτώντας τον πονεμένο νέο από τα βέλη καρφωμένο για το άγιο. Τότε που μου έμαθε ο χιλιοτρυπημένος από τα βέλη των στρατιωτών άγιος, πως αν θέλεις να μάθεις για το άγιο πρέπει να μάθεις να ακούς την σιωπή. Αναζητήσεις και προσταγές του εσωτερικού μου κόσμου.

Τα πρωινά στα «Κύματα» με την έντονη μυρωδιά του αντηλιακού, φορώντας την μάσκα και τον αναπνευστήρα, η ανάποδη τούμπα στο νερό τα μουλιασμένα δάχτυλα , ο ζαχαρένιος λουκουμάς…να ξεφλουδίζεις το μαύρισμά σου στην άδεια ψάθινη καρέκλα του καφενείου.

Τα σιωπηλά γεμάτα ήλιο απομεσήμερα να κατεβαίνεις τρέχοντας τα σοκάκια με τα ασπρισμένα σκαλοπάτια τους. Η στάση στο μαγαζί του Θείου Γιώργου και της Θείας Γεωργίας και η λαχτάρα μπροστά από τον πάγκο με τις καραμέλες και τα ζαχαρωτά. Ένα μπουκάλι αναψυκτικού, ευχαρίστησης και δροσιάς μέσα από το βαρύ αμερικάνικο ψυγείο και η ανάπαυλα στην πεζούλα κάτω από τους ευκαλύπτους της Μεταμόρφωσης να ξεσυνερίζεσαι τα τζιτζίκια κάνοντας με θόρυβο μπουρμπουλήθρες με το καλαμάκι στην γκαζόζα. Τα απογεύματα στο σπίτι της θείας μου της Άννας, όταν η ομορφιά αποκτά ζωή και γίνεται σπουδαία μόνο όταν “κατοικείται”. Ο μυρωδάτος ελληνικός καφές στη χόβολη και οι γεύσεις με ανθόνερο, ζάχαρη και γλυκό τριαντάφυλλο, στο μπαλκονάκι του σπιτιού της.

Η πλατεία Μιαούλη. Στο Δημαρχείο, στα παλιά κτίρια, στη βιβλιοθήκη, στο θέατρο, στη μεγάλη πλατεία, στα παλιά αρχοντικά. Οι καφενέδες και το εμπορικό του Θείου μου. Εκεί που περνούσε ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός του νησιού. Όμορφες περιποιημένες γυναίκες με αρώματα λουλουδιών ανάμεσα σε τόπια από σατέν και από μετάξια.

Τα βράδια στην πάνω πόλη, τα στενά σοκάκια με τις καμάρες που ενώνουν τα σπίτια. Τα ξύλινα μπαλκόνια και οι στενές αυλές, το χαμηλό σπιτάκι της κυρά Σμαράγδας που με μια δεκάρα γέμιζες το μπιτόνι φρέσκο γάργαρο νερό από την πηγή. Η νόνα μου, η θεία μου η Μυροφόρα με τις γειτόνισσές της καθισμένη στην πεζούλα, οι παλιές ιστορίες και το κουβεντολόι ..ανάμεσα σε εκατοντάδες μικρά σαλιγκάρια στην ποδιά της βρασμένα σε νερό με ξύδι, η καρφίτσα στο χέρι και…ποιος είχε την ανάγκη του πασατέμπου… Τότε που μαλώναμε για τα πόσα μπάνια κάναμε, πόσα παγωτά θα φάμε και ποιος θα τα φυλάξει το βράδυ στο κρυφτό.

Τα έντομα, οι πεταλούδες, τα πουλιά, τα χόρτα, τα φυτά, άγρια και ήρεμα, η ευωδιά απ’ τα μύρτα, τις πικροδάφνες, τα θυμάρια, τους αμάραντους, η αρμύρα, και το φως. Ένα φως εκθαμβωτικό να φωτίζει το πολύχρωμο τοπίο, να του αλλάζει χρώμα στη διάρκεια της ημέρας μέχρι το ηλιοβασίλεμα.

Η Σύρος η πατρίδα μου, ο τόπος που η ψυχή συντάσσεται με το τοπίο. Εκεί που θα ήθελες να έχεις γεννηθεί και εκεί να πεθάνεις. Αλλά όταν τελικά σε βρει εκεί το ηλιοβασίλεμα να σκεφτείς πως δεν σου επιτρέπεται να πεθάνεις και να χάσεις αυτή την αγκαλιά...


Γράφτηκε από τον Νίκο Βασιλειάδη
Πηγή: iporta.gr
Tags:

Syros Agenda - Οδηγός ψυχαγωγίας για τη Σύρο

Το Syros Agenda δε φέρει καμία ευθύνη για πιθανή τροποποίηση του προγράμματος. Αν σας άρεσε αυτό που διαβάσατε, διαδώστε το. Ευχαριστούμε! Bookmark and Share Print Friendly and PDF Print Print Friendly and PDF PDF Άδεια Creative Commons

Σχετικά με τα σχόλια

Το syrosagenda.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.