Πατρίδα μου είναι ένας ουρανός χωρίς διαβατήριο

"Πατρίδα μου είναι ένας ουρανός χωρίς διαβατήριο, χωρίς πύλη.
Μπαίνω απ' τον αέρα…
"όλοι ονειρεύονται να σταματήσει ο πόλεμος, να γεμίσει ο ουρανός χαρταετούς και πολύχρωμα μπαλόνια". 
(Φερεϋντούν Φαριάντ, Πέρσης ποιητής)

Είμαι η Άννα Σανταλτζόγλου….Το 1922 με την αδελφή μου Αναστασία Σανταλτζόγλου, του Μεθοδίου από την Πάφρα του Πόντου, ηλικίας 7 και 5 χρονών αντίστοιχα, ζούσαμε ορφανές από μητέρα για περίπου δύο χρόνια. Μας μεγάλωναν και μας φρόντιζαν ο πατέρας μας με τη γιαγιά μας Θωμαή, τη μητέρα του.

Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι άρχισαν να μαζεύουν όλους τους Έλληνες άνδρες ηλικίας 17 έως 60 χρονών και να τους στέλνουν στα καταναγκαστικά έργα (τάγματα εργασίας). Όταν οι τσανταρμάδες έκαναν έφοδο στο σπίτι μας ήταν εκεί και ο αδελφός του πατέρα μας ο Βλαδίμηρος. Ο πατέρας μας πρόλαβε και κρύφτηκε στη σκεπή του σπιτιού ενώ τον θείο μας τον έπιασαν και τον έβγαλαν στο δρόμο. Εμείς με τη γιαγιά βλέπαμε από το παράθυρο όλους τους άνδρες παραταγμένους και ανά δυο δεμένους με χειροπέδες, μαζί και το θείο μας. Θυμάμαι τα κλάματα της γιαγιάς, τα λόγια της "βαχ, κιτί Βλαδίμηρε", τραβούσε τα μαλλιά της και έκλαιγε.

Την επομένη ήρθε στο σπίτι μας μια ηλικιωμένη γειτόνισσα, έντυσαν τον πατέρα μας με μαύρα γυναικεία ρούχα, του φόρεσαν μια μαντήλα στο κεφάλι, πήραν και από ένα καλάθι στο χέρι και βγήκαν να μαζέψουν χορταρικά. Ετσι φευγάτιζαν τους άνδρες. Τα κατάφεραν και βγήκαν από την Πάφρα. Στους πρόποδες του βουνού Ντεπιέν έβγαλε τα γυναικεία ρούχα και αφού συναντήθηκε με άλλους όμοιούς του πήρε τον ανήφορο να συναντήσει τους αντάρτες στα λημέρια τους.

Κάποια στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί και κατά ομολογία ενός από την παρέα, ο πατέρας είπε ότι θα γυρίσει ξανά στην πόλη για να προστατεύσει εμάς και τη μάνα του, που μας άφησε πίσω. Μπαίνοντας στην Πάφρα συνάντησε τους τσανταρμάδες που είχαν εντολή να μην αφήσουν κανέναν να βγει από την πόλη ούτε να μπει σ΄ αυτήν. Προσπάθησε να τους δωροδοκήσει και τους παρακάλεσε να τον αφήσουν, λέγοντας ότι έχει δυο ορφανά να θρέψει, αλλά αυτοί σήκωσαν το όπλο και τον τουφέκισαν.

Από ομολογία κάποιου Έλληνα ηλικιωμένου που ζούσε στην περιοχή και γνώριζε την οικογένειά μας, το μαντάτο έφτασε στη γιαγιά, που μέσα σε λίγες μέρες έχασε δυο γιους. "Βάι Μεθόδημ" έλεγε κι έκλαιγε ασταμάτητα. Κατάλαβα κι εγώ ότι χάσαμε και τον πατέρα μας κι έκλαιγα μαζί με την Αναστασία. Αυτούς που σκότωναν τους έριχναν στον Κιζίλ Ιρμάκ (Αλυ) ποταμό, που περνάει μέσα από την Πάφρα. (αυτό αποκαλύφθηκε μετά από μερικά χρόνια, όταν σε εργασίες εκβάθυνσής του, τα μηχανήματα έβγαζαν ανθρώπινα οστά).

Ύστερα από λίγους μήνες η γιαγιά ετοίμαζε ρούχα, παπούτσια και λίγα απαραίτητα μέσα σε μποξάδες και όταν τη ρώτησα γιατί, μου είπε "θα εξοριστούμε". Νομίζαμε ότι θα ξαναγυρνούσαμε πίσω, γιατί αυτό είχε ξαναγίνει δυο φορές. Εδωσαν εντολή όλοι οι Ελληνες να συγκεντρωθούμε στην πλατεία. Η γιαγιά έβαλε σε ένα κιούπι ότι λίρες είχε , έσκαψε ένα λάκκο στη ρίζα της συκιάς στην αυλή, τις έκρυψε και μας όρκισε να το κρατήσουμε μυστικό. Τελευταία στιγμή γύρισα τρέχοντας στο σπίτι να πάρω την αγαπημένη μου κούκλα. Οσοι είχαν λεφτά ναύλωναν αλογάμαξα να τους πάνε στη Σαμψούντα (Αμισό) και από εκεί με βαπόρια έβγαιναν σε διάφορα λιμάνια στην Ελλάδα.

Οσοι δεν είχαν οικονομική άνεση χωρίζονταν σε ομάδες περίπου 500 ατόμων και με συνοδεία τσανταρμάδων αναχωρούσαν. Εμείς ήμασταν στην 4η ομάδα. Αρχισε η πορεία για το άγνωστο, με πείνα και αρρώστιες. Σταματούσαμε όπου μας έπιανε η νύχτα. Οι μεγάλοι άναβαν φωτιές να ζεσταθούμε και, αν είχε χωριά εκεί κοντά, εμείς τα παιδιά πηγαίναμε και ζητιανεύαμε. Το χειρότερο που θυμάμαι είναι ότι κάθε πρωί έβλεπα πεθαμένους ηλικιωμένους, άνδρες και γυναίκες και πολλά παιδιά.

Δε ξεχνώ μια νέα γυναίκα που πέθανε το παιδί της και δεν το άφηνε από την αγκαλιά της, κλαίγοντας και μοιρολογώντας, μέχρι που την ανάγκασαν οι τσανταρμάδες να το παρατήσει. Μια γυναίκα έσκυψε, το πήρε και το άφησε στο ποτάμι που κυλούσε δίπλα στο μονοπάτι.

Ένα πρωινό φωνάζω τη γιαγιά μου να ξυπνήσει μα αυτή δεν μ΄ άκουγε. Κάποιες γυναίκες από δίπλα είπαν "πέθανε και η Θωμαή". Ξεσπάσαμε σε κλάματα με την αδελφή μου αλλά σε λίγο ξεκινήσαμε πάλι αφήνοντας άταφους πίσω τους νεκρούς μας, όπως γινόταν κάθε μέρα.

Στη δικιά μας ομάδα ήταν και η γυναίκα του αδελφού της μάνας μας, νιόπαντρη χήρα, γιατί τον άντρα της τον κρέμασαν με πολλούς άλλους στην Αμάσεια. Τότε μας πρόσεχε αυτή, αν και συνέχεια μοιρολογούσε για το χαμό του άντρα της. Η Αναστασία άρχισε πλέον να μην μπορεί να περπατά και η θεία την κουβαλούσε στην πλάτη, όσο άντεχε. Σε λίγο αρρώστησε η θεία από χολέρα και πέθανε κι αυτή. Ετσι μείναμε μόνες μας.

Η αδελφή μου άλλο πια δεν μπορούσε να περπατήσει. Κάποιες γυναίκες έγραψαν το όνομά της και το όνομα του πατέρα μας σ΄ ένα χαρτί , της το έραψαν στην μαντίλα που φορούσε και της είπαν "αν σε ρωτήσουν πως σε λένε θα τους δείξεις εδώ". Την αφήσαμε στο δρόμο και όσο προχωρούσαμε γυρνούσα πίσω να την κοιτώ, μέχρι που δεν την έβλεπα άλλο.

Μετά από καιρό, φαντάζομαι μήνες, φτάσαμε στο Τιαρ-Πεκίρ (Ντιαρμπεκίρ) και μείναμε μεγάλο χρονικό διάστημα. Περίμεναν εντολές από το κράτος για την τύχη μας. Μείναμε πολύ, δε θυμάμαι πόσο. Θέριζαν οι αρρώστιες, τύφος και χολέρα. Οι μεγάλοι πουλούσαν τα χρυσαφικά τους κι εμείς ζητιανεύαμε για να ζήσουμε.

Κάποια μέρα οι μεγάλοι άρχισαν να χειροκροτούν. "Εγινε συνθηκολόγηση" έλεγαν. Πήραμε πάλι το δρόμο και μετά από καιρό φτάσαμε στο Πειρούτ (Βηρυτό). Μας έβαλαν σε καράβια και βγήκαμε στον Πειραιά. Όλα τα ορφανά μας οδήγησαν στοορφανοτροφείο της Σύρου. Μαθαίναμε γράμματα, ελληνικά και αμερικάνικα. Περνούσαμε πολύ καλά. 



Μετά από ένα χρόνο ήρθαν και άλλα ορφανά που είχε μαζέψει από το δρόμο της εξορίας ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός. Όταν έμπαιναν στη μεγάλη αίθουσα τα παιδιά περνούσαν από μπροστά μας. Εμένα κόλλησε το βλέμμα μου σ΄ ένα κοριτσάκι που έμοιαζε στην αδελφή μου που αφήσαμε στο δρόμο. Έτρεμα από την αγωνία μου και έστειλα τη φίλη μου να ρωτήσει το όνομά της. Της απάντησε ότι είναι η Αναστασία Σανταλτζόγλου του Μεθοδίου από την Πάφρα. Την έφερε κοντά μου. 

- Ανάστα της λέω, εσύ είσαι;
- Κι εκείνη ρωτάει, Άννα, εσύ είσαι; Και αγκαλιαστήκαμε σφικτά γι΄ αρκετή ώρα κλαίγοντας.
Με ρώτησε για τον πατέρα μας, γιατί φαίνεται είχε ξεχάσει το χαμό του.

Στο ορφανοτροφείο μείναμε περίπου δυο χρόνια, ώσπου μια ξαδέλφη της μάνας μας που ζούσε στο Μακρυχώρι της Καβάλας έμαθε για μας από τις αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, που έλεγαν ότι όσοι συγγενείς έχουν παιδιά στα ορφανοτροφεία μπορούν να τα πάρουν, αρκεί να έρθουν να τα παραλάβουν. Ηρθε και μας πήρε η θεία μας στο σπίτι της στο χωριό. Μας μεγάλωσε με πολύ δυσκολία αφού ήταν χήρα, μαζί με το δικό της παιδί και ούτε μια στιγμή δε μας ξεχώρισε από αυτό , μέχρι που μας πάντρεψε. Της χρωστάμε πολλά΄΄.


-----------------
Υ.Γ. Ευχαριστώ την κ. Ζαφειρίου Βασιλική από την Καβάλα για την αποστολή του υλικού που αφορά την ιστορία της Αννας Σανταλτζόγλου. Η ιστορία είναι καταγεγραμμένη στο περιοδικό ΜΝΗΜΗ του συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας. Επίσης την καταγραφή της ιστορίας της Σοφίας Χατζηπαντέλογλου και Αθηνάς Καζλάρη Χατζηπαντέλογλου. Και τα τέσσερα παιδιά είχαν βρει καταφύγιο στο αμερικάνικο ορφανοτροφείο της Σύρου μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.


Tags: , ,

Syros Agenda - Οδηγός ψυχαγωγίας για τη Σύρο

Το Syros Agenda δε φέρει καμία ευθύνη για πιθανή τροποποίηση του προγράμματος. Αν σας άρεσε αυτό που διαβάσατε, διαδώστε το. Ευχαριστούμε! Bookmark and Share Print Friendly and PDF Print Print Friendly and PDF PDF Άδεια Creative Commons

Σχετικά με τα σχόλια

Το syrosagenda.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.